Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2009

Καιρός να… “σπάσω τη σιωπή μου”…


“Περίλυπος εστί η καρδία μου” τον τελευταίο καιρό… [όχι απλά μέρες, αλλά μήνες…]

Όχι για κάποιον λόγο προσωπικό. Αλλά γι’ αυτά που βλέπω γύρω μου και με θλίβουν…

Τι κάνεις όταν είσαι θλιμμένος;

Μιλάς (ή: γράφεις) ή σιωπάς;

Φλυαρείς [ενδεχομένως “φληναφήματα”] ή βιώνεις τη θλίψη σου “διατελών και συσκεπτόμενος” (όπως λένε, νομίζω, κάποιοι που περνιούνται για σοφοί – και ίσως να είναι…)


Όλους αυτούς τους μήνες που το ιστολόγιό μου παραμένει “σιωπηλό” [ή μάλλον: άγραφο…. “tabula rasa” που λένε….] ο ιστολόγος του δεν έχει πάψει να γράφει. Δεν φεύγεις εύκολα, βλέπεις, από αυτό το “χούι”… Λένε ακόμα, άλλωστε, πως “πρώτα φεύγει η ψυχή και ύστερα το χούι”, η συνήθεια… Αν και δεν [νομίζω πως] γράφω από συνήθεια. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανούσιο, άλλωστε.. Γράφω για να εκφραστώ, γράφω για να σκεφτώ καλύτερα, γράφω για να αναπνεύσω, για να ζήσω…


Και τώρα, τέτοια ώρα, μες στη νύχτα, τι μ’ έπιασε, άραγε, αναρωτιέμαι, να καθίσω να (σας) γράψω;… Με τι θα ήθελα να σπάσω (“εκκωφαντικά”;…) την προηγούμενη σιωπή μου;…

Σίγουρα όχι με πολλά… [Κι ας συνωστίζονται μέσα μου τόσα πολλά που θέλουν να ειπωθούν, να εκφραστούν, ν’ ακουστούν… Τόσον καιρό, δα, που έχουμε να τα πούμε!...].

…Και, αναμφίβολα, ούτε και φλύαρα. “Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι”, έλεγε, κατ’ επανάληψη, ο μακαρίτης ο πατέρας μου… Μακάρι να μπορούσα να εκφραστώ επιγραμματικά, με λόγο σύντομο κι αποφθεγματικό [κάτι που έχω “ζηλέψει” επανειλημμένα αυτούς τους τελευταίους μήνες, λόγω της έντονης και συστηματικής ενασχόλησής μου με τη συλλογή γνωμικών κι αποφθεγμάτων και με την ανάρτησή τους στα “Βικιφθέγματα”]

Αυτό, λοιπόν, που θέλω να γράψω, που θέλω να (σας) πω, αυτό που επιθυμώ να μοιραστώ μαζί σας, είναι η δική μου οπτική για την τρέχουσα κατάσταση.


Το πρόβλημα, για μένα, λοιπόν, δεν είναι [μόνο;] πολιτικό ή, ορθότερα, κομματικό. Το πρόβλημα δεν είναι ούτε οικονομικό [κάθε άλλο μάλιστα!] Το πρόβλημα το βαθύτερο κι η αιτία των κάθε είδους και μορφής εκδοχών κι εκφάνσεών του είναι [πάντοτε κατ’ εμέ] πρόβλημα αξιών. Αξιών και αξιολογήσεων. Κι αυτό που ιδιαίτερα με λυπεί και με τρομάζει, παράλληλα, είναι που αυτή η λέξη, η λέξη “Αξίες” τείνει να εκλείψει από το λεξιλόγιό μας, τείνει να γίνει είδος “μουσειακό”, μια απλή λεξικογραφική καταχώρηση της… παρελθούσας συνείδησής μας… Ίσως ορθότερο είναι να λέμε πως τείνει [αν δεν έχει γίνει ήδη…] ν’ αντικατασταθεί από μία μόνο “αξία” [με “α” μικρό και μέσα σε εισαγωγικά φυλακισμένη…]: Το Χρήμα.

“Το Χρήμα είναι Θεός”, θυμάμαι που έγραφε κι απήγγειλε, παλαιότερα, κάποιος. “Αγοράζει συνειδήσεις” συνέχιζε. “Αγοράζει…” …και τι δεν αγοράζει!...

Όχι πως είναι δα αποκλειστικά σύγχρονο φαινόμενο. Κάθε άλλο μάλιστα! Από καταβολής κόσμου, στο διάβα ολόκληρης της ιστορίας, βρίθουν τα παραδείγματα και οι περιπτώσεις που το χρήμα και ο πλούτος αναδείχθηκαν σε “υπεραξία”: Προδοσίες κάθε είδους και μορφής… Κορυφαίο παράδειγμα τα “τριάντα αργύρια” ως “τιμή του τετιμημένου”, μα και, πέρα απ’ αυτό, καθημερινά, εδώ και αιώνες, ασταμάτητα, πόσοι και πόσοι δεν “πουλάνε και τη μάνα τους” ή “ακόμα και την ψυχή τους στο διάβολο”, που λένε [ή και που έγραψε ο Γκαίτε, στον “Φάουστ”] για χρήμα, πλούτο και εξουσία…

[Έγραφα, παραπάνω πως “στο διάβα ολόκληρης της ιστορίας, βρίθουν τα παραδείγματα και οι περιπτώσεις που το χρήμα και ο πλούτος αναδείχθηκαν σε υπεραξία” και σκέφτομαι πως, τουλάχιστον για κάποιους, ολόκληρη η ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο, κατά βάθος, παρά μια έκφανση του οικονομικού φαινομένου… αλλά η σχετική συζήτηση μπορεί να διαρκέσει ώρες ατελείωτες και να μας πάει αλλού και γι’ αυτό λέω να την αφήσω για την ώρα…]


Σκέφτομαι και θλίβομαι, συγκρίνοντας πως αξιολογούσαν – αξιολογούσαμε τους ανθρώπους παλαιότερα [μέχρι και πριν από τρεις – τέσσερεις δεκαετίες, ίσως;…] και πώς σήμερα.

Σήμερα “άξιος και επιτυχημένος” είναι μόνον αυτός που έχει πολλά χρήματα και περιουσία. Χωρίς να μας πολυενδιαφέρει πώς τα απέκτησε [τουλάχιστον όχι μέχρι να αποκαλυφθεί, οπότε και μάλλον θα του φορτώσουμε όλοι το “ανάθεμά” μας, για να είμαστε “εντάξει” με την –“ξεπουλημένη” πια- συνείδησή μας!...]: Μεγαλέμποροι ναρκωτικών, μεγαλέμποροι ελπίδων και ονείρων, “μάνατζερς” και “ατζέντηδες”, εκδότες και διακινητές πορνογραφικού υλικού, έμποροι λευκής [και μαύρης… και κίτρινης…] σάρκας, βιομήχανοι και επιχειρηματίες, εγκληματίες με λευκά κολάρα, μεγαλοδικηγόροι, μεγαλογιατροί κ.λπ. κ.λπ…. όλοι τους “άξιοι και πετυχημένοι”, αρκεί να έχουν κάνει περιουσία…

Παλαιότερα, θαρρώ, πως άξιζε ο γιατρός μονάχα γι’ αυτό που ήταν, γι’ αυτό που γνώριζε, γι’ αυτό που έκανε, για το ότι “έδινε τη ζωή του και τον χρόνο του” στην έρευνα και στην προσφορά προς την κοινωνία, όχι σπάνια ακόμα και μη εισπράττοντας αμοιβή απ’ όσους δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια. Σήμερα, αντ’ αυτών έχουμε ως “sine qua non” [και “άνευ αυτού ου δύνασθαι ποιείν ουδέν”…] το “φακελάκι”…

Παλαιότερα υπήρχαν, απ’ ό,τι γνωρίζω, δικηγόροι που αναλάμβαναν και έφερναν εις πέρας υποθέσεις αφιλοκερδώς, μόνο και μόνο για ν’ αναδειχθεί το δίκαιο, κι έχοντας πάντα ως πυξίδα κι οδηγό αυτό ακριβώς που τάχθηκαν κι ορκίστηκαν να υπηρετούν: το δίκαιο. Ενώ σήμερα [και διορθώστε με αν κάνω λάθος] μηχανεύονται τα πάντα και γίνονται ακόμη και “καραγκιόζηδες”, μόνο και μόνο για να κερδίσουν μιαν υπόθεση και την αμοιβή που συνεπάγεται…

Και τι να πούμε, εξάλλου, για εμπόρους κι επιχειρηματίες, βιομήχανους και μεγαλόσχημους “μάνατζερς”, που έχουν “πατήσει επί πτωμάτων” [τόσο μεταφορικώς, όσο και, ενδεχομένως, σε κάποιες περιπτώσεις, κυριολεκτικώς] για να αποκτήσουν πλούτο (και δόξα και εξουσία…)

Ουαί!...

“Ουαί”, θα πείτε, το δίχως άλλο, γι’ αυτές τις περιπτώσεις. Και είναι αυτή, τόσο για εσάς, όσο και για μένα, η εύκολη λύση: Το “ουαί”, το “ανάθεμα” των άλλων… Ακόμα και όλων των άλλων, εκτός, βεβαίως, των “άμεμπτων” εαυτών μας, ο καθένας μας!...

Κι όμως φοβάμαι [κι ετούτο με τρομάζει πιότερο] πως οι περισσότεροι από εμάς, μέσα στον μεγαλοαστισμό ή στον μικροαστισμό ή στην φτώχεια μας, ανάλογα, ο καθένας μας, κατά βάθος ελάχιστα διαφέρουμε, στην πραγματικότητα, απ’ όλους αυτούς τους [τάχα] λίγους “μεγαλόσχημους”… Φοβάμαι ότι ίσως να μη γίναμε σαν αυτούς [“σαν τα μούτρα τους”, που λένε…] όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά γιατί δεν μας δόθηκε η [“μεγάλη”] ευκαιρία.

Διότι νομίζω πως στην καθημερινότητά μας, ο καθένας μας, τηρουμένων των αναλογιών, κάνει τις ανάλογες (και μάλιστα αλλεπάλληλες!) ηθικές υποχωρήσεις…

Ο λιανέμπορος, για παράδειγμα, ακόμα κι ο απλός φρουτέμπορος της λαϊκής αγοράς, δεν παύει να αισχροκερδεί, ακόμα κι αν δεν έχει, σε απόλυτες τιμές, το κέρδος του μεγαλέμπορου…

…κι ο “παπατζής” με τους “αβανταδόρους” και τα “τσιράκια” του, κατά βάση μάλλον καθόλου δεν διαφέρει απ’ τον ιδιοκτήτη ενός λαμπερού καζίνου… Κι ίσως, μάλιστα, να ονειρεύεται να γίνει κάποτε ένας τέτοιος…

Να συνεχίσω με άλλα παραδείγματα; Θαρρώ πως δεν χρειάζεται, διότι αναμφίβολα έγινε αντιληπτό αυτό που εννοώ…