Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

«Ο γλάρος και η θάλασσα»

Ο γλάρος…

Ο γλάρος και η θάλασσα…

Η θάλασσα που δίνει νόημα ύπαρξης σ’ έναν γλάρο!...

Νοείται γλάρος χωρίς θάλασσα;…

[Κι όμως, δυστυχώς νοείται… Υπάρχουν γλάροι που ζουν κι υπάρχουν πάνω και κοντά σε σκουπιδότοπους… “Κάνει τη ζωή τους πιο εύκολη”, βλέπεις… Τους εξασφαλίζει πολύ και πλούσιο και εύκολο φαγητό… “Να φας του σκασμού”, που λένε…. Τόσο που να μην μπορείς και να πετάξεις ακόμα… Σκουπιδότοποι που σε “πλανεύουν”… και ξεχνάς ακόμα και τη θάλασσα…]


Ο γλάρος είμαι εγώ… Κι η ψυχή μου που φτερουγίζει…

Η θάλασσα, που δίνει νόημα ύπαρξης στον γλάρο, είσαι εσύ!... Τα μάτια σου! Και η ψυχή σου!... Ψυχή γυναίκας… Απέραντη και βαθειά… Αδύνατο, εξ ορισμού, να εξερευνηθεί στο σύνολό της… Κι απροσδιόριστη στις αντιδράσεις της… Μα και, για όλα ετούτα [και για ένα σωρό ακόμη…] μαγική!... Γυναίκα – μάγισσα… θάλασσα – μάγισσα… Πλανεύτρα… Κίρκη….


…Ένιωσα και συνειδητοποίησα πως είμαι γλάρος… μόνο αφότου είδα, μόνο αφότου γνώρισα τη θάλασσα [σου]. Ως τότε ήμουν απλά ένα χωρίς όνομα, δηλαδή απροσδιόριστο, πουλί. Διότι μου άρεσε ανέκαθεν (και μου αρέσει πάντα…) να πετώ στα ουράνια….

[Γυναίκα του Ουρανού, όμως, ή, πάντως, Μεγάλη Ερωμένη, Αιώνια Αγαπημένη του, είναι η θάλασσα… Αιώνιος Έρωτας!... Μετά από τόσους αιώνες, μετά από τόσες χιλιετίες, μετά από τόσες κοσμικές εποχές, ακόμα κοιτάζονται μέσα στα μάτια… σ’ ένα διαρκές αντικαθρέφτισμα… κι ούτε που ξέρει πια κανείς τίνος είναι το χρώμα, το παρόμοιο, άραγε των ματιών ή αυτού που καθρεφτίζεται μέσα σ’ αυτά;… άραγε της θάλασσας ή του ουρανού;…]

Κι εκεί που πέταγα, πρωτύτερα, πάνω από δάση και βουνά, πάνω από πεδιάδες κι από πόλεις… εκεί που έκανα ταξίδια μακρινά…

…όταν σε γνώρισα, πια, “παγιδεύτηκα” για πάντα…

Σε γνώρισα… [“σε γνώρισα”;… είναι άραγε εύκολο να πεις, ποτέ, πως “γνώρισες” τη θάλασσα, έναν άνθρωπο, πόσο δε μάλλον μια γυναίκα!...] σε “καλές” στιγμές, μα και “κακές”… Σε φουρτούνες μα και σε ηρεμία, νηνεμία… Και είχαν, όλες τους, μια ιδιαιτερότητα, μια γοητεία!...

Λένε συχνά πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, πως η θάλασσα και η ψυχή και η ζωή αξίζει, τάχα, μόνο στην ηρεμία, στην γαλήνη, στην απανεμιά… Θαρρώ: Μεγάλο λάθος!...

Όλα! Όλα είναι η ζωή!... Και τα “καλά” και τα “κακά” της… Αξίζει να ’ρχονται, συχνά, τα πάνω κάτω, τα μέσα έξω… να αναδεύονται άγρια τα βαθειά νερά… τα εσώψυχα…

Μου είναι εύκολο, δίχως άλλο, το να σε βρίσκω, να σε συναναστρέφομαι εν ηρεμία… Μα μία τέτοια μόνιμη κατάσταση, όπως και να το κάνεις, δεν μου κάνει δα καλό, αν το δούμε μακροπρόθεσμα… Διότι αφήνει, βέβαια, όπως είναι εύκολα κατανοητό, αγύμναστες πια τις φτερούγες μου….


Μια τέτοια μόνιμα ήρεμη ζωή, ανέκαθεν δεν ήταν το ιδανικό μου, αυτό που ευχόμουνα να χαρακτηρίζει τη ζωή μου…

Άλλοι εύχονται και προσεύχονται να μην τους χαρίζει ο Θεός δυσκολίες και πόνους στη ζωή τους… [Κι εγώ το ευχήθηκαν συχνά, το ομολογώ, σε στιγμές αδυναμίας: “Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο”…] Μα η πείρα κάποιων χρόνων, τα βιώματά μου, με δίδαξαν, αν μη τι άλλο, ετούτο: Να εύχομαι “δίνε μου, Κύριε, ν’ αντέχω τους πόνους και τις δυσκολίες, να προσπερνώ τα εμπόδια”…

“Εισένεγκέ με, Κύριε, εις πειρασμόν, και ρύσαι τον Πονηρόν από εμού. Αμήν”

Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, που μου ’δειξες τη θάλασσα… Αυτή τη θάλασσα!... Αλληλούια!...

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
SeaGulL είπε...

Διευκρίνηση για τους αναγνώστες του ιστολογίου (μη τυχόν και κατηγορηθώ για... λογοκρισία):
Το παραπάνω σχόλιο διαγράφτηκε κατά παράκληση του συντάκτη του!

evangelia είπε...

Νομίζω ότι είναι ένα από τα κείμενα που δημιουργεί έντονα συναισθήματα στον αναγνώστη και πόσο μάλλον όταν ο αναγνώστης είναι γυναίκα! Για άλλη μια φορά seagull μας συγκινείς με το συγγραφικό σου ταλέντο. Μπράβο!

Roadartist είπε...

Αχ πολύ όμορφο :)