Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

“Είναι η ζωή μια θάλασσα κι εμείς καπεταναίοι”, που λέει ένα άλλο τραγούδι…


[Συνέχεια από το χθεσινό…]


Έγραφα χθες, πως είναι σαν μια βάρκα η ψυχή μας και θαλασσοδέρνεται…

…Κι έχουμε χρέος, ο καθένας μας, να την οδηγήσουμε, ακέραια, σε ασφαλές λιμάνι… Με όποιο τρόπο ο καθένας νιώθει καλύτερο, σε σχέση, πάντα, με τα μέσα που του δίνονται και τις καταστάσεις που αντιμετωπίζει… Κωπηλατώντας και με τα δυό κουπιά κι όχι “μονόπατα” (οπότε κάνει κύκλους…) ή/και με τα χέρια του ακόμα, εάν τυχόν του σπάσουν ή χάσει τα κουπιά, υψώνοντας ιστίο το πουκάμισό του ή τα όνειρά του κ.λπ.

Τα ρεύματα τα θαλάσσια, όμως, δεν είναι πάντοτε ευνοϊκά.

Κι ο άνεμος κάθε άλλο παρά είναι πάντα ούριος.

Ίσως καλύτερα έτσι, αν το σκεφθείς καλύτερα, Τι θα άξιζε, άραγε, ένα ταξίδι σύντομο, μια ευθεία μόνο, ίσια για το λιμάνι;…

Εξάλλου, όπως έγραφα χθες, η “σωτηρία της ψυχής” εμπεριέχει την έννοια μιας ψυχής ακεραίας. Η λέξη “ακέραιος” νοείται, κατ’ εμέ, όχι μόνο με την έννοια του “άθικτος”, αλλά και με αυτή του “ολόκληρος, πλήρης”…

Συνεπώς, υπό αυτή την έννοια, η ψυχή μας, όταν ξεκινά το ταξίδι της ζωής της, κάθε άλλο παρά πλήρης και ολοκληρωμένη μπορεί να θεωρηθεί… Είναι οι περιπέτειες, οι δυσκολίες, οι χαρές κι οι λύπες, οι συναναστροφές και οι περιπλανήσεις, με μια λέξη οι εμπειρίες της ζωής, αυτές που χαρίζουν [αλλά δεν σου χαρίζονται!...] την πληρότητα, την ολοκλήρωση…

[Σκέψου να έφθανε η ψυχή, στο τέλος, άδειο σακί, ξεφούσκωτο, χωρίς ούτε μια εμπειρία, έτσι ακριβώς όπως ξεκίνησε… Τι σόι ζωή θα ήταν αυτή;…]


Εδώ, να σκεφθείς, στα διάφορα ηλεκτρονικά παιχνίδια μας θέλουμε και απαιτούμε και χαιρόμαστε την “δράση”, τις “δύσκολες πίστες”, τα “κλειδιά” που ανοίγουν κλειδωμένες πόρτες και τα “όπλα” που θα μας βοηθήσουν ν’ αντιμετωπίσουμε εχθρούς και “δράκους”, μέχρι να βρούμε τους διάφορους “θησαυρούς” ή/και να ελευθερώσουμε την όποια φυλακισμένη “δεσποσύνη”, για να θεωρήσουμε ευτυχές και επιτυχημένο το “game over”….

…και δεν θα απαιτούσαμε κάτι αντίστοιχο απ’ τη ζωή μας την ίδια;…


Κομμάτια της ψυχής μας για ν’ ανακαλυφθούν ή, έστω, να αποκαλυφθούν, ν’ αναδειχθούν, ν’ ανθίσουν, έχουν ανάγκη κι απαιτούν θυσίες, κόπους, δυσκολίες…

Θα μπορούσα μάλιστα να ισχυριστώ βασίμως πως κάποια κομμάτια μας, κάποια κομμάτια της ψυχής μας, δεν ενυπάρχουν – προϋπάρχουν, αλλά θα πρέπει να τα αναζητήσουμε αλλού, έξω από εμάς, στους άλλους… Κι αν, ίσως, κάποιοι εκφράσουν αντιρρήσεις επ’ αυτού, θα τους θυμίσω αυτό που λέγεται για “το άλλο μας μισό”, αυτό που όλοι μας λίγο – πολύ αναζητάμε (άλλοτε επιτυχώς κι άλλοτε ανεπιτυχώς…), για την “πληρότητα” που νιώθουμε όταν συνυπάρχουμε και συμβιώνουμε με άλλους, για την ολοκλήρωση που αισθανόμαστε όταν βιώνουμε την Αγάπη!...

Μόνο έχοντας (και) αυτά τα κομμάτια, μπορεί να θεωρήσουμε τις ψυχές μας “ακέραιες” και άξιες και ικανές προς σωτηρία!...


Υ.Γ. Εύχομαι σε όλους, μέρα Λαμπρής σήμερα, “(συμ)πληρωμένη, ολοκληρωμένη και ακέραια ψυχή” και “να ’ναι αποδοτικό σε εμπειρίες το ταξίδι μας προς το λιμάνι”!...


Σάββατο 3 Απριλίου 2010

“Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα”, που λέει και το τραγούδι…


[Συνέχεια από το χθεσινό…]


Είναι εύκολο να μιλάμε και να σχολιάζουμε και να κριτικάρουμε τους άλλους, γύρω μας…

(Μου) είναι δύσκολο να κάνω λόγο (ή να γίνεται λόγος) και δή λόγος επικριτικός για τον εαυτό μου. Διότι ακόμα και μέσω της αυτοκριτικής (ή/και αυτοκατάκρισης), τελικά, θελητά ή αθέλητα, αυτοπροβάλλομαι, εγωιστικά!...


H σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα”, τραγούδαγε και τραγουδάει, εδώ και χρόνια, κι η δική μου η ψυχή. Συχνά παράφωνα! Φάλτσα!...

Τα χειρότερα φάλτσα μπορείς να τα κάνεις (και να γίνουν αντιληπτά), νομίζω, σε τρεις περιπτώσεις:

· Όταν δεν τραγουδάς χαμηλόφωνα, αλλά “βγάζεις κορώνες”

· Όταν τραγουδάς “σολο” και δεν εντάσσεσαι αρμονικά σε μια χορωδία και

· Όταν τραγουδάς “α καπέλα”, δηλαδή χωρίς συνοδεία μουσικής…

Το έχω πάθει και το έχω μάθει (και σας μιλώ, συνεπώς, εκ πείρας…), χωρίς να μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι έχω διορθωθεί και δεν την παθαίνω, ακόμα, σαν άπειρος και αγράμματος!...


Μιλάμε, θυμίζω, για εμένα…

…και για τη σωτηρία της ψυχής…


Σας το θυμίζω διότι παλαιότερα (και χθες ακόμα, συγκεκριμένα) μιλούσα και έγραφα για τους άλλους…

…που τους θεωρούσα, συχνά, εμπόδιο για τη “σωτηρία” (μου…), την ηρεμία (μου…), την ευτυχία (μου…)

Κι όχι ότι δεν κάνω, ακόμα, συχνά, αυτό το λάθος!... Υπάρχουν πάμπολλες φορές που δεν μ’ αφήνουν να ηρεμήσω, να διαβάσω ήσυχα ένα βιβλίο που θέλω, να συγκεντρωθώ στη σιωπή μου, να συλλογιστώ ή μάλλον να διαλογιστώ (;!), να προσευχηθώ, “να βρω τον εαυτό μου” όπως αρεσκόμαστε να λέμε εμείς οι άνθρωποι… (και είναι, το δίχως άλλο, ιδιαιτέρως σημαντικό!...)

[Να την εξομολογηθώ δε (κι αυτή) την αμαρτία μου: Την ένοιωσα και τέτοιες ημέρες ετούτη την ενόχληση, από τη φασαρία και τον ορυμαγδό της κοσμοσυρροής μέσα στους ναούς, κι ευχήθηκα, για πολλοστή φορά, να γίνουμε όλοι πιο συνειδητοί και να σεβόμαστε τους υπολοίπους…]


Η λέξη “σωτηρία”, εκτός από την θρησκευτική - θρησκειολογική και εκκλησιαστική έννοιά της, σημαίνει, κατά βάση, “την απαλλαγή από κίνδυνο, από κακό, τη διασφάλιση της ακεραιότητας. Η ομόρριζη λέξη “σώος”, διαβάζω, σημαίνει “αυτόν που δεν έχει υποστεί φθορά, βλάβη ή ατύχημα” και είναι επίσης ομόρριζη με τις λέξεις “σωστός”, “σώφρων”, “Σωκράτης” κ.λπ. Το δε ρήμα “σώζω”, αντιγράφω επίσης, “εκτός από τη βασική σημασία ‘προστατεύω, διαφυλάττω’, χρησιμοποιήθηκε από τους αρχαίους χρόνους και ως μεταβατικό με τη σημασία ‘οδηγώ σε ασφαλή τόπο’ και κατέληξε (στον μέσο τύπο) να σημαίνει ‘φθάνω ασφαλής κάπου – κατορθώνω να σωθώ’”.


[Ευτυχώς που υπάρχουν τα βιβλία και μας τα λένε…

(αν και συνήθως δεν τα διαβάζουμε…)

…Όπως μας τα λένε και οι σοφοί, γραμματιζούμενοι ή πεπειραμένοι….

(αν και συνήθως επίσης δεν τους ακούμε και μάλιστα μας ενοχλούν οι όποιες συμβουλές τους…)

Ευτυχώς ή δυστυχώς, όταν δεν διαβάζουμε τα βιβλία ή/και δεν ακούμε και δεν αποδεχόμαστε τις συμβουλές των σοφότερων, αναλαμβάνει η ίδια η ζωή, συχνά κατά τρόπο δυσάρεστο, να μας τα διδάξει…]


Παλαιότερα, στη φράση “η σωτηρία της ψυχής μου”, ίσως έριχνα το βάρος στο “μου”. Και τότε γέρνει η φράση, σαν βάρκα, και “μπάζει νερά”… Αργότερα έδωσα βάρος και σημασία στη λέξη και την έννοια “ψυχή”. Κι ύστερα στην έννοια “ακεραιότητα” (της ψυχής) [περί της οποίας έγινε λόγος παραπάνω, στον ορισμό της λέξης “σωτηρία”], ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό, δηλαδή όσο καλύτερα μπορούμε να νοηματοδοτήσουμε τη λέξη “ακεραιότητα”…

Σε κάθε περίπτωση μόνο αυτή η ακεραιότητα μπορεί να προσφέρει στην ψυχή ισορροπία, ώστε να μην “μπατάρει” η βάρκα της ψυχής μας…

Όσο δε για τον “ασφαλή τόπο” (του προαναφερθέντος ορισμού της λέξης “σώζω”) ή, αλλιώς, το “ασφαλές λιμάνι” (κατά τη συνηθισμένη παρομοίωση), που συνεπάγεται, κατά τα παραπάνω ετυμολογικά, τη “σωτηρία”, αυτός είναι ο “Παράδεισος”, έτσι όπως τον νιώθει ή τον εννοεί ο καθένας…

Λοιπόν… πολλά θα μπορούσα να πω κι εγώ και ο καθένας μας τόσο για την “ακεραιότητα”, όσο και για τον “Παράδεισο” [Και, βεβαίως, όχι μονάχα γι’ αυτά, μα και για έννοιες απόλυτα συναφείς μ’ αυτές, όπως, για παράδειγμα, για την “Ιθάκη”, ένα άλλο όνομα για τον Παράδεισο, ή για την ευτυχία, ομοίως, αλλά και για το “ωραίο ταξίδι”…] Αύριο θα μοιραστώ μαζί σας μια – δυό, μονάχα, σχετικές σκέψεις μου…

[Συνεχίζεται, λοιπόν…]


Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009

Τη “σιγουριά” των “λιμανιών”, να τη φοβάσαι…


Η e-φίλη μας η Γιώτα, προ καιρού, στο ιστολόγιό της. Οι φίλοι μου (σχεδόν) όλοι. Εγώ ο ίδιος. Λίγο – πολύ όλοι μας!... Θέλω να ελπίζω όχι πάντα και συνεχώς, όχι “στα καλύτερά μας”, όχι όταν συνειδητοποιούμε το “πώς και το γιατί”…

Όλοι μας, λοιπόν, κάποιες στιγμές, συχνές, αρκετές, πολλές ή, έστω, μερικές… ποθούμε κι ευχόμαστε “ήρεμα νερά”, “λιμάνια απάγκια” κ.λπ.

Αξίζει, άραγε, να ευχόμαστε στους εαυτούς μας κάτι τέτοιο ή κάποια άλλη ανάλογη ευχή;… Αξίζει, άραγε, στον εαυτό μας, μια τέτοια κατάληξη; Μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία ή είναι, μήπως, μια “κατάντια”;…

Για σκεφθείτε το!... Κι ας δώσει ο καθένας την απάντηση που του ταιριάζει…


…Νιώθω πως τα χρειάζομαι, βέβαια, το δίχως άλλο, τα λιμάνια και το απάγκιο που μου προσφέρουν, κάποιες στιγμές που το ’χω ανάγκη, απ’ τους ανέμους, την πρόσκαιρη προστασία απ’ τις τρικυμίες, την ψυχική και σωματική ξεκούραση…

Μα απ’ την άλλη είμαι σίγουρος πως δεν μου ταιριάζει ως μόνιμος τρόπος ζωής… Μια βάρκα, ένα καράβι, ένα σκάφος η ύπαρξή μου, η ζωή μου! Τι νόημα θα είχε, για μένα, μια τέτοια ζωή μέσα σ’ ένα λιμάνι;… Δεν φτιάχτηκα γι’ αυτό!... Να σκίζω τα κύματα φτιάχτηκα, να πηγαίνω κόντρα στους ανέμους, ν’ αντιμετωπίζω τις φουρτούνες… Και να φθάνω, έτσι, σε άλλους τόπους, μακρινούς… να ρίχνω άγκυρα εκεί, για λίγο… κι ύστερα… πάμε γι’ άλλα!...


Το ξέρω, το νιώθω, το αντιλαμβάνομαι… πως είναι η “εύκολη λύση”… Οι θελκτικές σειρηνικές φωνές για ήσσονα προσπάθεια, για άραγμα!...

…Κι ιδίως εμείς οι Έλληνες… για πές μου!... Πώς αφεθήκαμε και καταλήξαμε έτσι, στο πέρασμα των αιώνων;!... Οι αρχαίοι πρόγονοί μας ήταν θαλασσοπόροι κι εξερευνητές… εμείς, οι σύγχρονοι Έλληνες, πώς επιλέξαμε ως ιδανικό μας “μια θεσούλα στο δημόσιο” και, γενικότερα, τη “βολή” μας “μόλις πιάσουμε την καλή”;… Να “βρούμε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα”: το όνειρό μας!

Κι όχι μονάχα στα υλικά. Μα σε κάθε τομέα! Να βρούμε μια γνώμη, μια άποψη, μια φιλοσοφία ζωής, μια κοσμοθεωρία, ένα σύστημα αξιών και ηθικής, εύκολα και βολικά, και να “αράξουμε”, αναπαυμένοι, σε αυτά… Στις βεβαιότητές μας, στις αλήθειες μας, στη σιγουριά… “του λιμανιού”…


…Χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι τα καράβια που παραμένουν για πολύ μες στα λιμάνια, αργά ή γρήγορα ξαναγυρίζουν στα μουράγια… πάνε προς διάλυση… για παλιοσίδερα!...

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

«Ανάρτηση για μία. Ή για καμία. Ή για όλους!...»


Στοιχείο της γυναικείας φύσης είν’ η θάλασσα… Ίσως γιατί οι γυναίκες καθοδηγούνται (ή παρασύρονται…) απ’ την καρδιά… Και η καρδιά είναι άστατη… Όπως η θάλασσα…

“Στοιχειό” της θάλασσας είναι μια γυναίκα… Για την ακρίβεια ένα πλάσμα παράξενο: Μισή γυναίκα κι από τη μέση και κάτω με πτερύγιο και ουρά… Δελφινοκόριτσο… Κανείς δεν θυμάται αν ήταν, κάποτε, πριν από χρόνια, σκέτο κορίτσι ή σκέτο δελφινάκι…

Ο θρύλος κι η παράδοση, πάντως, λέει, πως ήταν κάποτε πριγκιποπούλα… Αδελφή, λέει, του Μεγαλέξανδρου… Μα εγώ ψυχανεμίζομαι πως γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ ένα ψαροχώρι… κι η θάλασσα μαγεύτηκε από την ομορφιά της και την καλοσύνη της… και θέλησε να την μαγέψει, με τη σειρά της, να την κάνει δικιά της… μα ποτέ δεν το κατάφερε ολοκληρωτικά…

…Τώρα πια… (…κι αυτό το “τώρα” έχει σημασία…) είναι γοργόνα!...


Και, για να σας πω το μεγάλο μυστικό μου… για να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σας… δεν ξέρω αν είναι η θάλασσα αυτή που με μάγεψε και αποφάσισα να γίνω γλάρος, στη ζωή μου, ή είναι που θέλω να είμαι κοντά σ’ αυτό το πλάσμα… να βλέπω ετούτο το κορίτσι… να ξεδιψάω…

Την είχα πρωτοδεί να είναι ξαπλωμένη πάνω στην αμμουδιά, να είναι “έξω απ’ τα νερά της”, όπως λένε…

Την έχω δει πολλές φορές από τότε, να βγαίνει στην ακτή, να τρέχει στην ακρογιαλιά, να παίζει με το κύμα, να μαζεύει κοχύλια, φύκια και ιππόκαμπους και να στολίζει τα μαλλιά της… να μαζεύει πετρούλες… να τους δίνει ονόματα… κι ύστερα να τις μεταμορφώνει, ζωγραφίζοντάς τες, σε πρόσωπα, σε χαρακτήρες…

Την έχω δει να γράφει με το χέρι της στην άμμο:

«Αγάπησα τ….»

ή

«Αγαπώ τ….»

Τις βρίσκουν το πρωί ετούτες τις γραφές οι άνθρωποι της παραλίας, μισοσβησμένες απ’ το κύμα, και προσπαθούν να μαντέψουν ποιο είναι το όνομα που ακολουθεί, ποιος είναι ο ευτυχισμένος, ο μακάριος, που ’χει κερδίσει για πάντα την αγάπη της…



…Κι εγώ, ο γλάρος, που έχω τη δυνατότητα να την παρακολουθώ από ψηλά… εγώ που ξέρω τις συνήθειές της τις αγαπημένες… να βγαίνει, δηλαδή, στην παραλία, είτε με το σούρουπο, οπότε και δακρύζει μόνο που βλέπει τα χρώματα του δειλινού, είτε νωρίς το λυκαυγές, δηλαδή με το ξημέρωμα… εγώ που ξέρω πως είναι, για κάποιον ανεξήγητο ακόμα λόγο ιδιαίτερα δεμένη μ’ ένα αστεράκι που το λένε, ανάλογα, άλλοτε “Αποσπερίτη” κι άλλοτε “Αυγερινό”… εγώ, λοιπόν που, καθώς προείπα, την έχω παρακολουθήσει, ξέρω ποια είναι η συνέχεια της γραφής της:

Αγάπησα…

ή

Αγαπώ…

…τον κόσμο όλο!

…τη ζωή!


…Κι ύστερα δίνει μια βουτιά και χάνεται στη θάλασσα…

Την ξέρουν, την γνωρίζουν, όλοι οι καπεταναίοι, οι ψαράδες, οι θαλασσινοί! Την ξέρουν και την αγαπούν. Και όλοι, κατά βάθος, επιθυμούν το συναπάντημα μαζί της…

Μόνο οι νεώτεροι σαν κάπως να την περιφρονούν… Σα ν’ αδιαφορούν για την ύπαρξή της, για τις σκέψεις της, για τα όνειρά της, για τη διάθεσή της… “Μοντέρνοι μορφωμένοι άνθρωποι είμαστε”, λένε ή σκέφτονται, “σιγά μη δίνουμε πίστη και προσοχή σε μύθους και σε θρύλους… Σε παραμύθια… Σιγά μη φοβηθούμε δα τις διαθέσεις της… Λες και την έχουμε ανάγκη, στο ελάχιστο, μ’ ετούτα τα αβύθιστα πλοία, με τα σκαριά που κυβερνάμε…”

Γι’ αυτό δε δίνουν προσοχή, δε δείχνουν το κατάλληλο, το ανάλογο ενδιαφέρον: “Παραμύθια!” σου λένε… Γιατί κοιτάζουν μόνο τα ραντάρ τους τα υπερσύγχρονα… κι εκείνα “δεν την πιάνουν”

Μα αν στέκονταν, όπως οι παλιοί θαλασσινοί, στη “βίγλα” [;] της γέφυρας του πλοίου, κι αν βύθιζαν το βλέμμα τους, μ’ όλη τη δύναμη, της καρδιάς τους πρώτα, στη θάλασσα, θα την αντίκριζαν κι αυτοί, το δίχως άλλο!... Κι αν έστηναν αυτί προσεχτικό, θα άκουγαν και το τραγούδι της, τραγούδι όχι “σειρηνικό” που μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή, μα νοσταλγικό κι ελπιδοφόρο, αγαπητικό κι αγαπημένο…


Οι καπεταναίοι κι οι θαλασσοπόροι οι παλαιότεροι διηγούνται, βέβαια, και κάτι άλλο ακόμη. Αυτό για το οποίο είναι γνωστή η γοργόνα ετούτη. Πως τους ρωτάει, λένε, καμιά φορά, ανάλογα με τη διάθεσή της, όταν δηλαδή έχει τη διάθεση να παίξει ετούτο το παιχνίδι: “Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;” Και πως, ανάλογα με την απάντηση, είτε αφήνει το πλοίο, ήρεμη, να συνεχίσει την πορεία του, όταν η απάντηση είναι καταφατική, είτε ταράζει τη θάλασσα κι αυτή η θαλασσοταραχή βουλιάζει το καράβι, όταν η απάντηση είναι αρνητική…


Μα εγώ που βλέπω από ψηλά… που διάβασα… που σκέφτηκα… που συλλογίστηκα… εγώ που είδα και που οίδα… “πολλών ανθρώπων άστεα”… μα και την ίδια…

…τώρα θα σας το αποκαλύψω το μεγάλο τούτο μυστικό…

…τώρα θα σας ερμηνεύσω ετούτο εδώ τον μύθο…

…που, όπως κάθε άλλος μύθος, είναι συμβολικός…

…και κρύβει μια μεγάλη αλήθεια…

…ή, ίσως σωστότερα, πολλές μεγάλες αλήθειες…

…σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα…

…διότι έχει “πολλές αναγνώσεις” κάθε μύθος!...

…κι ανάλογα με τη σοφία και την ικανότητά μας, ανάλογα με τη μόρφωσή μας, του καθενός, και την πνευματικότητά μας, μπορούμε να κατανοήσουμε, ανάλογα...


Μια – δυό, λοιπόν, από τις τόσες ερμηνείες, θα σας δώσω παρακάτω…


Η πρώτη:

Θαλασσινοί, καπεταναίοι, καραβοκύρηδες είμαστε όλοι εμείς! Ο κάθε άνθρωπος χωριστά… Στο σκάφος της ύπαρξής του, της ζωής του… Στο μεγάλο ταξίδι, το ξεχωριστό, του καθενός μας, το μοναχικό, στη θάλασσα… Με μπουνάτσες, με μποφόρια, με γαλήνη και με φουρτούνες… Έτσι όπως κάθε ζωή!...

…Υπάρχουν στιγμές… είτε συχνά, είτε σπάνια… ανάλογα με τον χαρακτήρα τους καθενός μας, ανάλογα και με τις συνήθειές του… που βλέπει ο καθένας… που συναντά… βαθειά απ’ τη συνείδησή του ν’ αναδύεται η προσωπική τους καθενός μας η γοργόνα… κι ακούει τη φωνή της… τη φωνή της συνείδησής του (δηλαδή… τη δική της φωνή…) να τον ρωτά:

“Ζει και βασιλεύει, ακόμα, η αγάπη σου για τη ζωή; Ζει και βασιλεύει το όνειρό σου; Ζει και βασιλεύει ο σκοπός της ζωής σου, μέσα σου; Ζει και βασιλεύει η αγάπη σου για τους ανθρώπους;”….

Κι εσύ… και ο καθένας μας… καλείται να δώσει την απάντησή του… Κι απ’ την απάντηση εξαρτάται η συνέχεια… Διότι αν απαντήσεις καταφατικά, μπορείς και συνεχίζεις την πορεία… Αν, όμως, δώσεις αρνητική απάντηση, είσαι εσύ που δεν έχεις (πια) τη δύναμη, την ικανότητα, την εσωτερική γαλήνη, ν’ αντιμετωπίσεις την όποια δυσκολία, να χειριστείς το πηδάλιο… και, έτσι, αναπότρεπτα βουλιάζεις… Από δικό σου φταίξιμο κι ευθύνη… Και όχι διότι φταίει σ’ ετούτο η γοργόνα…


Προσωπικά έχω και μια δική μου, δεύτερη ερμηνεία, για τον μύθο:

Από καιρού εις καιρό, νιώθει την ανάγκη η γοργόνα, όπως και κάθε άνθρωπος άλλωστε, να μάθει απ’ το ταίρι του:

“Μ’ αγαπάς;… Ζει και βασιλεύει, ακόμα, η αγάπη σου για μένα;…”

“Ζει, αγάπη μου! Ζει και βασιλεύει!... Σ’ αγαπώ ακόμα… Όσο τίποτα και κανέναν… Κι αγαπώ όλο τον κόσμο, γιατί ζεις σ’ αυτόν κι εσύ!...”

Κι αυτό δεν είναι παραμύθι!....

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008

«Πείνα και Δίψα»

Πεινάω, φίλε μου (αναγνώστη)! Πεινάω και διψάω!...

Τι να καταλαβαίνεις, άραγε, διαβάζοντας τα παραπάνω; Τι να νιώθεις; Ή, σωστότερα, πόσο μπορείς να με νιώσεις;…

Γενικότερα: Πόσο μπορούμε, άραγε, εμείς οι άνθρωποι, να καταλάβουμε, “να νιώσουμε” τον άλλον, τον οποιονδήποτε, όταν μας λέει, στα φανάρια για παράδειγμα: “Πεινάω, κύριε, πεινάω!... Δώστε μου μια βοήθεια… ό,τι έχετε ευχαρίστηση!...


“Διψάω!” σου λέει κι ο άλλος. “Διψώ!” κραύγασε πάνω στο σταυρό κι ο Ιησούς, λίγο πριν ξεψυχήσει… “Διψάω” σου λέει και το παιδάκι, κι ύστερα πίνει μόνο μια μικρή γουλίτσα, παίρνει το ποτήρι και το χύνει… Την ίδια ώρα κάποιος ξεστρατισμένος πεζοπόρος μπορεί να σέρνεται κάπου στην έρημο, ελπίζοντας σε μια – δυό σταγόνες, τουλάχιστον, νερό…


Για να νιώσουμε τον άλλο… για να τον καταλάβουμε… πρέπει (δηλαδή είναι απαραίτητο) αφενός μεν να έχουμε προσωπικές εμπειρίες και βιώματα από αντίστοιχες περιπτώσεις (ή, έστω, φαντασία για ν’ αντικαταστήσει και να συμπληρώσει το τυχόν σχετικό μας έλλειμμα…), αφετέρου δε ευήκοον ους και ανοιχτή καρδιά, με διάθεση “να μπούμε στα παπούτσια” και στη συναισθηματική κατάσταση του άλλου…


“Πεινάω”, λοιπόν, νιώθει ο καθένας μας, εάν τυχόν καθυστερήσουμε για κάποιο λόγο, έστω και για λίγο, το χρονικά προγραμματισμένο δείπνο ή γεύμα μας ή, έστω, το “δεκατιανό” μας…

“Πεινάω”, όμως, νιώθει και ψελλίζει, με όση δύναμη (ή αδυναμία…) του έχει απομείνει, ο άνεργος άστεγος, που μπορεί να έχει ξεχάσει πότε έφαγε “κανονικά” και “πλήρες γεύμα” για τελευταία φορά…

…Κι αναρωτιέται κανείς… υπάρχει, άραγε, μεγαλύτερη απ’ αυτή την πείνα και τη δίψα;…


…Κι όμως… Ακόμα και οι χορτασμένοι και οι καλοζωισμένοι της ζωής, αν το καλοσκεφτείς, νιώθουν “πεινασμένοι” και “διψασμένοι” που ελάχιστα, ίσως υπολείπεται από την παραπάνω πείνα και δίψα… Μόνο που αυτές τους οι ανάγκες δεν αφορούν στον υλικό, μας σε άλλους τομείς…

Κάποιοι πεινούν και διψούν για δικαιοσύνη! [Πόσο εύκολο είναι να νιώσουμε αυτόν τον βαθύτατο πόνο του αδικημένου;…]

Κάποιοι πεινούν και διψούν για συντροφικότητα, για αγάπη!... [Κάποιοι;… Όλοι μας, πείτε καλύτερα!... Φανταστείτε, όμως, πόσο περισσότερο αυτό ισχύει για τους μοναχικούς, για τους “απόκληρους” της ζωής…]

Όλοι μας, εξάλλου, λίγο ως πολύ, μα πιότερο οι επιστήμονες, πεινούν και διψούν για απαντήσεις στα μεγάλα επιστημονικά ερωτήματα που ακόμα παραμένουν αναπάντητα…

…Και τι να πούμε, εξάλλου, για τη μεγάλη πείνα και δίψα της ζωής: Την ανεύρεση του νοήματος και του σκοπού της ζωής μας! Την απάντηση στα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα: Γιατί ζούμε; Δημιουργία ή τύχη; Υπάρχει Θεός; Υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο;…

Πεινάω και διψάω… Υπό αυτή την αμέσως παραπάνω έννοια. Πεινάω και διψάω αφάνταστα!... Όλοι το νιώθουν αυτό, τουλάχιστον για κάποια περίοδο της ζωής τους, συνήθως στην εφηβεία τους. Καλώς ή κακώς πολλοί, οι περισσότεροι ίσως, δίνουν άπαξ μία απάντηση κι ύστερα “καθαρίζουν” πια για το υπόλοιπο της ζωής τους, “βολεύονται” πια στο “ήρεμο λιμάνι” των “κατασταλαγμένων” απόψεών τους και πια δεν παίρνουν το ρίσκο να ξαναβγούν στο φουρτουνιασμένο πέλαγος των αμφιβολιών και ν’ αντιμετωπίσουν πάλι τα ίδια κύματα, τα ίδια ερωτήματα… Καλώς ή κακώς… εξακολουθώ να πεινώ και να διψώ…


…Το ’γραψα, το ξανάγραψα… τόσο που θυμήθηκα, συνειρμικά, ένα παλιό βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά, με τίτλο ακριβώς αυτό: “Πείνα και Δίψα”. Πρέπει να το είχα διαβάσει στην έκδοση του 1981, μα ήδη κυκλοφορεί η (6η) έκδοση, του 2005. Απ’ αυτό το βιβλίο, λοιπόν, θα σπεύσω, αμέσως μετά, να αναρτήσω κάποια αποσπάσματα στο άλλο ιστολόγιό μου, το Eagle. Όχι ότι σε ξεδιψά ένα τέτοιο βιβλίο. Απλά και μόνο περιγράφει την αντίστοιχη αγωνία και την ανάγκη ενός άλλου ανθρώπου, και μάλιστα ιδιαίτερα μεγάλου!


Διψάω, φίλε μου (αναγνώστη)!

Πες μου, όμως. Εσύ… έχεις ευχαριστηθεί ποτέ σου νερό;!...


Υ.Γ.: Τα αποσπάσματα από το βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά, που σας υποσχέθηκα παραπάνω, θα τα βρείτε εδώ:

http://eaglestefanos.blogspot.com/2008/11/blog-post_30.html


Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008

«Ο γλάρος και η θάλασσα»

Ο γλάρος…

Ο γλάρος και η θάλασσα…

Η θάλασσα που δίνει νόημα ύπαρξης σ’ έναν γλάρο!...

Νοείται γλάρος χωρίς θάλασσα;…

[Κι όμως, δυστυχώς νοείται… Υπάρχουν γλάροι που ζουν κι υπάρχουν πάνω και κοντά σε σκουπιδότοπους… “Κάνει τη ζωή τους πιο εύκολη”, βλέπεις… Τους εξασφαλίζει πολύ και πλούσιο και εύκολο φαγητό… “Να φας του σκασμού”, που λένε…. Τόσο που να μην μπορείς και να πετάξεις ακόμα… Σκουπιδότοποι που σε “πλανεύουν”… και ξεχνάς ακόμα και τη θάλασσα…]


Ο γλάρος είμαι εγώ… Κι η ψυχή μου που φτερουγίζει…

Η θάλασσα, που δίνει νόημα ύπαρξης στον γλάρο, είσαι εσύ!... Τα μάτια σου! Και η ψυχή σου!... Ψυχή γυναίκας… Απέραντη και βαθειά… Αδύνατο, εξ ορισμού, να εξερευνηθεί στο σύνολό της… Κι απροσδιόριστη στις αντιδράσεις της… Μα και, για όλα ετούτα [και για ένα σωρό ακόμη…] μαγική!... Γυναίκα – μάγισσα… θάλασσα – μάγισσα… Πλανεύτρα… Κίρκη….


…Ένιωσα και συνειδητοποίησα πως είμαι γλάρος… μόνο αφότου είδα, μόνο αφότου γνώρισα τη θάλασσα [σου]. Ως τότε ήμουν απλά ένα χωρίς όνομα, δηλαδή απροσδιόριστο, πουλί. Διότι μου άρεσε ανέκαθεν (και μου αρέσει πάντα…) να πετώ στα ουράνια….

[Γυναίκα του Ουρανού, όμως, ή, πάντως, Μεγάλη Ερωμένη, Αιώνια Αγαπημένη του, είναι η θάλασσα… Αιώνιος Έρωτας!... Μετά από τόσους αιώνες, μετά από τόσες χιλιετίες, μετά από τόσες κοσμικές εποχές, ακόμα κοιτάζονται μέσα στα μάτια… σ’ ένα διαρκές αντικαθρέφτισμα… κι ούτε που ξέρει πια κανείς τίνος είναι το χρώμα, το παρόμοιο, άραγε των ματιών ή αυτού που καθρεφτίζεται μέσα σ’ αυτά;… άραγε της θάλασσας ή του ουρανού;…]

Κι εκεί που πέταγα, πρωτύτερα, πάνω από δάση και βουνά, πάνω από πεδιάδες κι από πόλεις… εκεί που έκανα ταξίδια μακρινά…

…όταν σε γνώρισα, πια, “παγιδεύτηκα” για πάντα…

Σε γνώρισα… [“σε γνώρισα”;… είναι άραγε εύκολο να πεις, ποτέ, πως “γνώρισες” τη θάλασσα, έναν άνθρωπο, πόσο δε μάλλον μια γυναίκα!...] σε “καλές” στιγμές, μα και “κακές”… Σε φουρτούνες μα και σε ηρεμία, νηνεμία… Και είχαν, όλες τους, μια ιδιαιτερότητα, μια γοητεία!...

Λένε συχνά πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, πως η θάλασσα και η ψυχή και η ζωή αξίζει, τάχα, μόνο στην ηρεμία, στην γαλήνη, στην απανεμιά… Θαρρώ: Μεγάλο λάθος!...

Όλα! Όλα είναι η ζωή!... Και τα “καλά” και τα “κακά” της… Αξίζει να ’ρχονται, συχνά, τα πάνω κάτω, τα μέσα έξω… να αναδεύονται άγρια τα βαθειά νερά… τα εσώψυχα…

Μου είναι εύκολο, δίχως άλλο, το να σε βρίσκω, να σε συναναστρέφομαι εν ηρεμία… Μα μία τέτοια μόνιμη κατάσταση, όπως και να το κάνεις, δεν μου κάνει δα καλό, αν το δούμε μακροπρόθεσμα… Διότι αφήνει, βέβαια, όπως είναι εύκολα κατανοητό, αγύμναστες πια τις φτερούγες μου….


Μια τέτοια μόνιμα ήρεμη ζωή, ανέκαθεν δεν ήταν το ιδανικό μου, αυτό που ευχόμουνα να χαρακτηρίζει τη ζωή μου…

Άλλοι εύχονται και προσεύχονται να μην τους χαρίζει ο Θεός δυσκολίες και πόνους στη ζωή τους… [Κι εγώ το ευχήθηκαν συχνά, το ομολογώ, σε στιγμές αδυναμίας: “Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο”…] Μα η πείρα κάποιων χρόνων, τα βιώματά μου, με δίδαξαν, αν μη τι άλλο, ετούτο: Να εύχομαι “δίνε μου, Κύριε, ν’ αντέχω τους πόνους και τις δυσκολίες, να προσπερνώ τα εμπόδια”…

“Εισένεγκέ με, Κύριε, εις πειρασμόν, και ρύσαι τον Πονηρόν από εμού. Αμήν”

Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, που μου ’δειξες τη θάλασσα… Αυτή τη θάλασσα!... Αλληλούια!...

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2008

Περί σκοπού και νοήματος ζωής

Κάποιοι απ’ αυτούς που το (εξουσιαστικό) “σύστημα” χαρακτηρίζει κι αποκαλεί (για ευνόητους ή μη λόγους) συλλήβδην “αναρχικούς” [καλά, δεν σας μιλώ δα και για τον… Μπακούνιν], μου χάρισε, πριν από χρόνια, γραμμένο σε κάποιο ξεχασμένο (και ίσως πια ασβεστωμένο ή γκρεμισμένο…) τοίχο, δύο (πώς να τα πεις;…) “συνθήματα”, κατά τη γνώμη μου εκπληκτικά (και κάθε άλλο παρά αν-αρχικά, μα ιδιαίτερα φιλοσοφημένα):

Υπάρχει ζωή πριν απ’ τον θάνατο;”

και

Αφού δεν αυτοκτονείς, τότε γιατί δεν ζεις;”

………………………………………………………………………………………

Αποσιωπητικά… Πολλά αποσιωπητικά… Και σιωπή… Άφθονη σιωπή… Με μόνωση… Για στοχασμό!... Όλα χαρισμένα από μένα για… όλους μας… για να σκεφθούμε… Για την ακρίβεια: Για να ξανασκεφτούμε…

…“Γιατί ζούμε;… Τι σημαίνει (για μας) ζωή; Έχει κάποιο νόημα; Έχουμε κάποιο προορισμό;…

Ερωτήματα που αναμφίβολα όλοι έχουμε θέσει στον εαυτό μας, και μία και δύο και περισσότερες στιγμές ή περιόδους της ζωής μας, μα πιστεύω πως είναι χρήσιμο και πρέπει (ως “χρη” και όχι ως “δει”…) να τα θέτουμε στον εαυτό μας και να στοχαζόμαστε επί αυτών ξανά και ξανά, σε μια συνεχή αγωνία ζωής, σαν μια επαναλαμβανόμενη (και τελικώς ζωοδότρα) πείνα ή δίψα για ζωή…

…Δεν σας έχω έτοιμο και στρωμένο το… “τραπέζι”. To αν και τι θα “φάτε” ή θα “πιείτε” είναι θέμα του καθενός. Και ευθύνη προσωπική!

[Επιτρέψτε μου, με την ευκαιρία, να παραπέμψω σε ένα ποίημα τουλάχιστον ενδιαφέρον, με τον τίτλο “Άνθρωποι”, που διάβασα πριν από καιρό, και που ήδη έχω αναρτήσει στο άλλο ιστολόγιό μου (Eagle), εδώ: http://eaglestefanos.blogspot.com/2007/10/blog-post_2328.html]

Άλλος θ’ ανοίξει τη βρύση και θα πιει… Άλλος θα επιλέξει “μπουκάλια εμφιαλωμένα”. Άλλος ίσως πάει να σηκώσει νερό απ’ το πηγάδι. Κι άλλος είναι διατεθειμένος να “πάρει τα βουνά”, να πάει στα ψηλά, για να ’βρει πηγές με γάργαρο νερό… Ό,τι μπορεί να σημαίνει, συμβολικά, για τον καθένα, κάθε μία απ’ αυτές τις περιπτώσεις… Και, αντίστοιχα, άλλοι θα φάνε “ψωμί και ελιά”, άλλοι πλουσιοπάροχα, άλλοι θα ανοίξουνε “κονσέρβα” να τραφούνε, άλλοι θα φάνε ελαφρά κι άλλοι θα βαρυστομαχιάσουν κ.λπ. κ.λπ.

[Παρένθεση –χμ…- άσχετη: Αλήθεια, φίλοι μου “τρώμε για να ζούμε ή ζούμε για να τρώμε;”, όπως μπορεί να ρώταγε, ίσως, ως “απορία της Παρασκευής”, ο φίλος μας ο “Αντώνιος G”].

Δεν έχω, το λοιπόν, έτοιμες λύσεις ως απαντήσεις στον καθένα για να δώσω. Οφείλει ο καθένας να κάνει μόνος του τις επιλογές του, μόνος του να δώσει τις απαντήσεις σ’ ετούτα τα σπουδαία θέματα:

Σκοπός ζωής

και

Νόημα ζωής.

Και μια που ήρθε έτσι η συζήτησή μας, επιτρέψτε μου να παρατηρήσω πως αυτά τα δύο, σκοπός και νόημα (ζωής), δεν είναι, εννοιολογικά, ταυτόσημοι όροι.

Το παρακάτω επεξηγηματικό κείμενο δεν είναι δα δικό μου, μα είναι, νομίζω, αρκετά διαφωτιστικό:

«Το πρώτο βήμα είναι να διαχωρίσουμε το νόημα από το σκοπό […] Ας υποθέσουμε πως κάθεστε σε ένα εστιατόριο, διαβάζοντας τον κατάλογο. Ποιος είναι ο σκοπός του καταλόγου; Να σας βοηθήσει να διαλέξετε κάτι για να φάτε. Ποιο είναι το νόημα του καταλόγου; Να σας πληροφορήσει για τις επιλογές σας. Εάν βρίσκεστε σε ένα εστιατόριο στη Γαλλία και δεν γνωρίζετε ούτε λέξη γαλλικά, τότε ο κατάλογος δεν έχει νόημα για εσάς, ακόμη και αν γνωρίζετε το σκοπό του. Άρα, μπορείτε να βρείτε σκοπό χωρίς νόημα. Από την άλλη, εάν πάτε σε ένα εστιατόριο και καταλαβαίνετε τον κατάλογο μια χαρά, μα βρίσκετε τις τιμές τόσο εξωφρενικές ώστε να μη θέλετε ή να μην μπορείτε να παραγγείλετε φαγητό, τότε ο κατάλογος έχει νόημα για εσάς, αλλά δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό. Άρα μπορείτε να βρείτε και νόημα χωρίς σκοπό. Τώρα πάλι, φανταστείτε κάποιον που δεν έχει ξαναπάει ποτέ του σε εστιατόριο και επιπλέον δεν γνωρίζει να διαβάζει. Ο κατάλογος δεν έχει νόημα και δεν θα εξυπηρετεί κανένα σκοπό για αυτόν. Τέλος, φανταστείτε ότι κατάλογος περιέχει λαχταριστές φωτογραφίες των κυρίων πιάτων, και φανταστείτε κάποιον που, αντί να παραγγείλει φαγητό, αρχίζει να τρώει τις φωτογραφίες. Αυτό το πρόσωπο θα είχε μπλέξει το νόημα με το σκοπό. Το ίδιο ισχύει όταν ταξιδεύετε με το αυτοκίνητό σας και συμβουλεύεστε τον οδικό χάρτη. Το νόημα αυτού του χάρτη είναι η αναπαράσταση της περιοχής, ενώ ο σκοπός του είναι να σας οδηγήσει στον προορισμό σας. Συνήθως δεν υποθέτει κανείς πως αν χαράξει τη διαδρομή που θέλει να ακολουθήσει, τελειώνει και το πραγματικό ταξίδι. Ξανά, έτσι θα μπερδεύαμε το νόημα με το σκοπό. Αυτή είναι ουσιαστικά η φιλοσοφική συμβουλή του Άλφρεντ Κορζίμπσκι (και αργότερα του Άλαν Ουάτς), που προειδοποίησαν ότι ο κατάλογος δεν είναι το γεύμα και ο χάρτης δεν είναι η περιοχή. Ομοίως, το νόημα δεν είναι ο σκοπός» [Λου Μαρινοφ, Πλάτωνας όχι Πρόζακ, σελ. 326-327 παρ.2]

Σκοπός ζωής, λοιπόν, επανέρχομαι. Επανέρχομαι πάλι και πάλι… Εδώ και χρόνια… Για μια “ολόκληρη ζωή” ως τώρα. Και συνεχίζω… Επαναπροσδιορίζοντας κάθε τόσο τη θέση μου και την κατεύθυνσή μου…

…Έτσι ακριβώς όπως συμβαίνει και με τη σύγχρονη μόδα: τα GPS. Μόνο που για να ’ναι επιτυχημένο το παράδειγμα αυτό, η παρομοίωση, θα πρέπει να επισημάνω πως πρόκειται για πορεία [και τότε, ιδίως, έχει αξία περισσότερη το GPS…] εκτός δρόμου, έξω από την πεπατημένη… Γιατί τότε έχει περισσότερη αξία η ζωή, όταν φεύγεις απ’ τις λεωφόρους και τις οδούς τις ασφαλτοστρωμένες, όταν παίρνεις τις ατραπούς, τα μονοπάτια… κι ακόμα καλύτερα, βέβαια, όταν ανοίγεις εσύ αυτά τα μονοπάτια, όταν ανακαλύπτεις κόσμους, όταν πορεύεσαι με μόνα βοηθήματα κάποιους χάρτες ή, ίσως, για περιοχές αχαρτογράφητες (πόσες μπορεί να υπάρχουν ακόμα, στην εποχή μας;…), μόνο με την πυξίδα, τον ήλιο και τ’ αστέρια [Μιλώντας, μάλιστα, για την εποχή μας, την διαστημική, μιλώντας δηλαδή για πορεία ανάμεσα στα άστρα, ακόμα και οι χάρτες κι οι πυξίδες και τα GPS χάνουν πανελώς την αξία τους… και μόνα σταθερά σημεία προσανατολισμού μένουν ο ήλιος, οι πλανήτες, τα άστρα… κι αργότερα οι γαλαξίες…]

Μα… ας επανέλθουμε… Ανέκαθεν μου άρεσε… τι λέω… ανέκαθεν το ένιωθα ως ανάγκη, να ’χω μαζί μου χάρτη και πυξίδα, για να εντοπίζω μονοπάτια, ακόμα κι αν τελικά δεν τ’ ακολουθούσα… [Ανέκαθεν, δηλαδή, διάβαζα ή ενημερωνόμουν ή συζητούσα με ανθρώπους, ακόμα και για θεωρίες που τελικά δεν ασπαζόμουν…] Μου άρεσε να εντοπίζω πηγές, να ξεδιψάω την υπαρξιακή αγωνία μου.

“Ο προορισμός του ανθρώπου”, «Γιατί ζεις;” κι άλλα παρόμοια βιβλία ήταν, μεταξύ πολλών άλλων, κάποια αναγνώσματά μου, ιδίως κατά την εφηβεία μου… [Κάτι σαν “χάρτες” και “πυξίδα” που είπα παραπάνω…] Αργότερα συνειδητοποίησα ότι κι αυτά δεν ήταν απαραίτητα: Αρκούσε να κοιτάξω ψηλά, τον ήλιο και τ’ αστέρια, για να βρω τον δρόμο και την κατεύθυνσή μου [Αρκεί, βεβαίως, να μην υπήρχε, στην ψυχή μου, συννεφιά!...]