Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Οι αριθμοί ως σύμβολα και η Αριθμοσοφία

“Σουσάμι άνοιξε!”. Η μαγική φράση, στο παραμύθι “Ο Αλή Μπαμπά και οι σαράντα κλέφτες”, νομίζω, που μετακινεί τον βράχο και ανοίγει την πόρτα – πέρασμα προς την κρυφή σπηλιά όπου κρύβονται οι πολύτιμοι και αμύθητοι θησαυροί!... Αν αποφασίσεις να πεις κάτι άλλο, είτε πιο πρωτότυπο, είτε πιο “σοφό”, το πέρασμα δεν πρόκειται ν’ ανοίξει, οι θησαυροί δεν πρόκειται να σου αποκαλυφθούν…

“Σουσάμι άνοιξε”… Πφφ!... Παραμύθια!...

* * *

Ένα χρηματοκιβώτιο. Όπου τοποθετείς, ασφαλώς, ό,τι πιο πολύτιμο. Όσο πιο πολύτιμο, τόσο πιο επιτακτική η ανάγκη να βάλεις ένα συνδυασμό πιο δύσκολο, ώστε ν’ αποφευχθούν τυχόν δυσάρεστες εκπλήξεις… Το σημαντικό να μην ξεχαστεί ο συνδυασμός! Διαφορετικά… αλίμονο!....

* * *

Καθένας μας έχει ένα (κινητό) τηλέφωνο. Που αντιστοιχεί σ’ έναν διαφορετικό αριθμό. Αν θέλεις κάποιος άλλος να μπορεί να επικοινωνεί μαζί σου, του γνωστοποιείς τον δεκαψήφιο αυτό αριθμό. Έστω κι ένας αριθμός να είναι λάθος, επικοινωνία δεν μπορεί να επιτευχθεί… [Το “σπασμένο τηλέφωνο” στην μετάδοση… ενός τηλεφωνικού αριθμού μπορεί να καταστήσει την μεταδιδόμενη πληροφορία άχρηστη και την επικοινωνία αδύνατη. Και το παιχνίδι αυτό, τότε, δεν μας φέρνει γέλιο!...]

Αριθμοί και λέξεις είναι σύμβολα. Σύμβολα επικοινωνίας. Νοηματοδοτημένα με συγκεκριμένο τρόπο, με συγκεκριμένο περιεχόμενο, κοινής αποδοχής, ώστε να επιτευχθεί επικοινωνία… Αν κάπου δεν υπάρχει συμφωνία και αποδοχή της έννοιας, αν παρεισφύσει κάποιο σφάλμα στην μετάφραση, στην ερμηνεία, προκύπτουν παρα-νοήσεις, παρ-εξηγήσεις…

Αριθμοί και λέξεις είναι φορείς σοφίας και πλούτου. Τα μαθηματικά κι η γλώσσα είναι τα πολύτιμα κλειδιά της Σοφίας του κόσμου. Χωρίς τα μαθηματικά και τους αριθμούς δεν μπορείς να ξεκλειδώσεις τους συμπαντικούς νόμους… Και χωρίς τις λέξεις τον πλούτο της επικοινωνίας και την σοφία του νοήματος. Ιδίως αν η Αριθμο-σοφία δεν είναι ένας μύθος, ένα παραμύθι…

Παραμύθι, θυμίζω, ήταν κάποτε, δηλαδή θεωρείτο, η Ελλάδα του Ομήρου. Μέχρι που κάποιος την πίστεψε ως αλήθεια, ο Σλήμαν, και ανακάλυψε την Τροία…

[Βεβαίως δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμα την Ατλαντίδα κι αυτό κάνει κάποιους να μην πιστεύουν στην ύπαρξή του, αλλά ότι πρόκειται για παραμύθι… Το ίδιο ισχύει, ίσως, και για τον “Απωλεσθέντα Παράδεισο”. Όχι ως ποίημα, προϊόν φαντασίας, αλλά ως πραγματικότητα…]

Κι αν είναι αλήθεια η Αριθμοσοφία, η αντιστοιχία δηλαδή κάθε λέξης μ’ έναν αριθμό; Τότε προκύπτουν τα προβλήματα: π.χ. η λέξη “θάρρος” [9+1+100+100+70+200=480] στην αρχαία ελληνική ήταν “θάρσος” [9+1+100+200+70+200=580] ή, πάλι, η λέξη “κλειδί” [20+30+5+10+4+10=79] που στην αρχαιότητα ήταν “κλεις” [20+30+5+10+200=265]. Σκέψου να προσπαθείς μ’ ένα κλειδί Νο.79 ν’ ανοίξεις μια πόρτα που χρειάζεται… κλειδ-άριθμο No.265!... Δεν πρόκειται ν’ ανοίξει ποτέ!... Κι ο θησαυρός, αν δεν είναι άνθρακες, δεν πρόκειται να σου αποκαλυφθεί ποτέ!...

Δευτέρα 14 Φεβρουαρίου 2011

«Ψυχολογικό τεστ για τις Αξίες μας [Μέρος 2ο: Το κλειδί της ερμηνείας της απάντησης στο τεστ]»


Προσοχή: ΠΡΙΝ διαβάσετε την παρούσα ανάρτηση, διαβάστε το κείμενο του ψυχολογικού τεστ στην ακριβώς προηγούμενη ανάρτησή μου, δηλαδή εδώ: http://seagullstefanos.blogspot.com/2011/02/1.html
















Λοιπόν…

Καθένα από τα πέντε πρόσωπα της ιστορίας μας [υποτίθεται πως (και μπορεί να είναι αλήθεια…)] αντιπροσωπεύει κάτι. Συγκεκριμένα:


Ο Βαρκάρης, την αξία και σημασία που δίνουμε στα χρήματα.

Η Κοπέλα, την αξία και τη βαρύτητα που δίνουμε στο συναίσθημα.

Ο Σοφός, τη σημασία που δίνουμε στη λογική.

Ο Άγριος, τη σημασία που δίνουμε στο σεξ, στη ζωή μας.

Ο Ευρωπαίος, τη βαρύτητα που αποδίδουμε στην κρίση – άποψη του κόσμου για εμάς.


Η σειρά, συνεπώς, με την οποία κατατάξατε (από τον καλύτερο προς τον χειρότερο) τα πέντε πρόσωπα της ιστορίας, αποκαλύπτει πώς αξιολογείτε, ιεραρχικά, ό,τι καθένας αντιπροσωπεύει!....


Υ.Γ.: Στην παρέα όπου (μου/μας) έγινε το συγκεκριμένο τεστ, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα η συζήτηση που επακολούθησε, τόσο ως προς την κατάταξη καθενός μας, όσο και ως προς την ερμηνεία του (αποκαλυπτικού;) τεστ.


«Ψυχολογικό τεστ για τις Αξίες μας [Μέρος 1ο: Το τεστ]»


Χθες το μεσημέρι, σε μια παρέα όπου βρισκόμουν, μεταξύ άλλων συζητήσεων [και δη “μεταξύ τυρού και αχλαδίου”…], κάποια από την παρέα μάς έκανε ένα ψυχολογικό τεστ. Αργότερα το αναζήτησα στο διαδίκτυο και διάβασα [εάν και εφόσον είναι αληθές αυτό μικρή σημασία έχει] ότι “τo test αυτό εφάρμοζε μια Βέλγικη εταιρεία προκειμένου να προβεί σε προσλήψεις. Όταν διέρρευσε, απαγορεύτηκε η χρήση του, επειδή φωτογράφιζε ακριβώς το χαρακτήρα κάθε υποψηφίου (προσωπικά δεδομένα!)”


Διαβάστε την παρακάτω ιστορία και απαντήστε στην ερώτηση όσο πιο αυθόρμητα και γρήγορα μπορείτε.

Λοιπόν: Είναι δυο νησιά γειτονικά. Στο ένα ζει ένας άγριος (βάρβαρος, απολίτιστος με γένια...), και ένας πολιτισμένος (Ευρωπαίος λέει το τεστ). Στο άλλο ζουν αρκετοί άνθρωποι, μεταξύ αυτών και μια κοπέλα που είναι ερωτευμένη με τον Ευρωπαίο και έχει "σχέση" μαζί του. Θέλει να πάει στο απέναντι νησί προκειμένου να συναντήσει τον αγαπημένο της. Ρωτάει το μοναδικό βαρκάρη του νησιού, πόσα θέλει να την πάει απέναντι με τη βάρκα του. Ο βαρκάρης της απαντά ότι δε θέλει λεφτά και ότι θα την πάει στο νησί του καλού της, υπό τον όρο ότι θα είναι γυμνή μέσα στη βάρκα.
Η κοπέλα σοκάρεται...δεν ξέρει τι να κάνει και πάει να ζητήσει τη βοήθεια του σοφού του νησιού. Αυτός αφού, την άκουσε με προσοχή, της απάντησε: "Να κάνεις παιδί μου αυτό που σε προστάζει η καρδιά σου..." Κι έτσι η κοπέλα αποφάσισε να πάει γυμνή, προκειμένου να συναντήσει τον αγαπημένο της. Πράγματι τυπικός ο βαρκάρης την πήγε. Στην προκυμαία όμως ήταν ο άγριος...ο όποιος μόλις είδε γυναίκα και μάλιστα γυμνή… τη βίασε... Τη στιγμή του βιασμού έρχεται ο Ευρωπαίος βλέπει το σκηνικό και έξαλλος λέει στην κοπέλα να τα μαζέψει και να φύγει αμέσως, πως δεν την θέλει πια και πως χωρίζουν! Και τη διώχνει...

Τέλος ιστορίας.


Εσείς πρέπει να αξιολογήσετε τα πέντε πρόσωπα, από τον καλύτερο στον χειρότερο, δηλαδή, στο νούμερο 1 αυτός που πιστεύετε ότι ήταν ο καλύτερος, στο 2 ο αμέσως επόμενος ... και στο 5 ο χειρότερος όλων... Σας θυμίζω τα πρόσωπα: Άγριος, Ευρωπαίος, Κοπέλα, Βαρκάρης, Σοφός. Απαντήστε αμέσως και αυθόρμητα. Μην αναλύσετε το πώς και το γιατί...

[Προσωπικά πιστεύω ότι δεν βλάπτει εάν σκεφθείτε την απάντησή σας και εάν μπορείτε να την αιτιολογήσετε!...]


Υ.Γ.: Το κλειδί της ερμηνείας της απάντησής σας [διότι δεν υπάρχει “σωστή” απάντηση!...] θα σας το αποκαλύψω στην ακριβώς επόμενη ανάρτησή μου.


Υ।Γ.-2: Στη χθεσινή παρέα μου, πάντως, συζητήσαμε [και αυτό ήταν, κατ’ εμέ, το πιο ενδιαφέρον!] τα κριτήρια του καθενός μας για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς των πέντε προσώπων της ιστορίας


Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2009

«Ξεκίνησε ως παραμύθι για παιδιά. Εξελίχθηκε σε “μουρμούρα” για μεγάλους…»

…Θέλω… μου ήρθε… να γράψω ένα παραμύθι… Τι παραμύθι δηλαδή… Ιστορία κανονική θα είναι, διήγημα “με τα όλα του”, οι αναμνήσεις μου απ’ όταν ήμουν παιδί… μα που όταν θα το διαβάσουν τα σημερινά παιδιά… [χμ…. αν το διαβάσουν ποτέ… θα πρέπει να το εκδώσω σε cd-rom, αρχείο για computer…] σίγουρα θα τους φανεί για παραμύθι… “Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται” θα σκεφθούν και θα πουν, “και συνεπώς πρόκειται για παραμύθι”….


…Θέλω να σου γράψω, να σου πω για έναν τόπο που δεν είναι, όπως τώρα, αστραφτερός και γυαλιστερός, περιποιημένος και τακτοποιημένος… Οι δρόμοι δεν είναι στρωμένοι με άσφαλτο… το τσιμέντο και οι πλάκες πεζοδρομίου δεν κάλυπταν κάθε σημείο αυτής της πόλης… Σου μιλώ για δρόμους χωμάτινους [λιγότερο “ανθρώπινους” για κάποιους… περισσότερο “ανθρώπινους” για κάποιους άλλους…]. Σου μιλώ για αλάνες το ίδιο χωμάτινες… Χωμάτινες μόνο το καλοκαίρι, δηλαδή, γιατί απ’ το φθινόπωρο και μετά [“φθινόπωρο” λέγαμε, τότε, μια εποχή μεταξύ καλοκαιριού και χειμώνα, που σήμερα πια δεν υπάρχει…] γέμιζαν λάσπες… γίνονταν λάσπες… και σημεία – σημεία γίνονταν λιμνούλες…

Αυτές τις λιμνούλες, που ησύχαζαν… ξάφνου τις αναστάτωνε, τις ξύπναγε απ’ τον λήθαργο, μια μπάλα… Κι από πίσω ένα τσούρμο παιδιά, σ’ ένα σύστημα ποδοσφαιρικά ήδη ξεπερασμένο [όχι τόσο από τις συμβουλές των προπονητών, μα από την ηλικία…] “όλοι επίθεση, όλοι άμυνα… όλοι με πάθος… όλοι μαζί πίσω απ’ την μπάλα…”

Συχνά κι ετούτη η κατάσταση ανατρεπόταν, πάλι το ίδιο ξαφνικά… Κι εκεί που κάποια παιδιά έτρεχαν πίσω απ’ την μπάλα… βρίσκονταν να κυνηγιούνται πια απ’ τις μανάδες τους, να τρέχουν να κρυφτούν…. “Παλιόπαιδο, δεν σου είπα να μην ξαναπαίξεις φορώντας τα σκαρπίνια σου; Κοίτα πώς τα ’γδαρες κλοτσώντας τις πέτρες! Να δούμε τι θα πεις τώρα στον πατέρα σου! Λες και δεν ξέρεις πόσο δύσκολα τα φέρνουμε βόλτα… Τι νομίζεις δηλαδή, πως είμαστε Ωνάσηδες για να σου αγοράζουμε συνεχώς καινούργια παπούτσια και μάλιστα κι εκείνες τις… πώς τις λένε;… τις ελβιέλες;…

«Ελβιέλες», για να μαθαίνετε, παιδιά μου, ήταν κάτι πάνινα παπούτσια, τρόπον τινά αθλητικά. Αυτά που τώρα λέτε αθλητικά, τότε δεν υπήρχαν καν! Τουλάχιστον όχι για το ευρύ κοινό, μα μονάχα για τους αθλητές τους πραγματικούς και τους ποδοσφαιριστές. Αυτοί οι τελευταίοι έπαιζαν ποδόσφαιρο με μπάλα δερμάτινη [που, τότε, μόνο που τη συζητούσαμε, μόνο που την σκεφτόμασταν… “σοροπιάζαμε”…], δηλαδή μπάλα πραγματική… Διότι τότε, στην δική μας πραγματικότητα, την παιδική εκείνης της εποχής, εμείς ποδόσφαιρο παίζαμε, στην καλύτερη περίπτωση, με λαστιχένια μπαλάκια ή πλαστικές μπαλίτσες και, στις πιο συνήθεις, με μικρομεσαίες πέτρες!... Ναι, καλά διαβάσατε, δεν πρόκειται για τον “δαίμονα του τυπογραφείου”… Παίζαμε ποδόσφαιρο έχοντας αντί για μπάλα, πέτρες… Κι αυτό ήταν που έκανε πιο δύσκολη τη ζωή και την υγεία των παπουτσιών μας και, κατά πως σας είπα ήδη, πιο “δύσκολη και τη δική μας τη ζωή”, καθώς έπρεπε ν’ αντιμετωπίσουμε κατάλληλα και τους γονείς μας…

Οι γονείς μας νοούνταν, τότε, στο παιδικό μας μυαλό, ως δύο. Ως ζευγάρι. Κι έτσι, νομίζω, το γράφουν ακόμα τα λεξικά. Μόνο που τότε δεν είχες ανάγκη να πας να ανοίξεις και να διαβάσεις τα λεξικά. Το ένιωθες, το ζούσες, το βίωνες, το γνώριζες. Υπήρχαν, βέβαια, και παιδιά ορφανά. Από πατέρα ή μάνα. Κυριολεκτικά ορφανά. Όχι όπως σήμερα. Που υπάρχουν παιδιά που μεγαλώνουν σαν να είναι ορφανά, μα ούτε η κοινωνία ούτε τα λεξικά και τα βιβλία τα χαρακτηρίζουν, βεβαίως, έτσι, με μόνη εξαίρεση κάποια βιβλία ψυχολογίας και κοινωνιολογίας… Σήμερα αυτά τα παιδιά λέγονται, ιδίως μάλιστα με το κίνημα του “πολιτικώς ορθώς εκφράζεσθαι”, παιδιά εργαζόμενων γονέων… Που προσπαθούν να παντρέψουν τις δύο ετούτες ιδιότητες, του “εργαζόμενου” και του “γονέα” και, τελικά, προσκολλώνται στο πρώτο και ξεχνούν το δεύτερο… Κι όταν το ξαναθυμούνται, συνειδητοποιούν πως μπορεί να έχουν χάσει και τα παιδιά τους… […κι εκείνα, ίσως, να έχουν χάσει την παιδικότητά τους, την παιδική τους ηλικία…]


…Ξεστράτισε το παραμύθι, φοβάμαι, κι έγινε εφιάλτης, θρίλερ, μουρμούρα και γκρίνια μου….

…κι εγώ, από υποψήφιος παραμυθάς… έγινα, κατά πως φαίνεται, ένα από τα “γερόντια” του Muppet Show… που όλα τους φταίνε… που τα παλιά τα θεωρούν καλύτερα…


Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

«Ανάρτηση για μία. Ή για καμία. Ή για όλους!...»


Στοιχείο της γυναικείας φύσης είν’ η θάλασσα… Ίσως γιατί οι γυναίκες καθοδηγούνται (ή παρασύρονται…) απ’ την καρδιά… Και η καρδιά είναι άστατη… Όπως η θάλασσα…

“Στοιχειό” της θάλασσας είναι μια γυναίκα… Για την ακρίβεια ένα πλάσμα παράξενο: Μισή γυναίκα κι από τη μέση και κάτω με πτερύγιο και ουρά… Δελφινοκόριτσο… Κανείς δεν θυμάται αν ήταν, κάποτε, πριν από χρόνια, σκέτο κορίτσι ή σκέτο δελφινάκι…

Ο θρύλος κι η παράδοση, πάντως, λέει, πως ήταν κάποτε πριγκιποπούλα… Αδελφή, λέει, του Μεγαλέξανδρου… Μα εγώ ψυχανεμίζομαι πως γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ ένα ψαροχώρι… κι η θάλασσα μαγεύτηκε από την ομορφιά της και την καλοσύνη της… και θέλησε να την μαγέψει, με τη σειρά της, να την κάνει δικιά της… μα ποτέ δεν το κατάφερε ολοκληρωτικά…

…Τώρα πια… (…κι αυτό το “τώρα” έχει σημασία…) είναι γοργόνα!...


Και, για να σας πω το μεγάλο μυστικό μου… για να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σας… δεν ξέρω αν είναι η θάλασσα αυτή που με μάγεψε και αποφάσισα να γίνω γλάρος, στη ζωή μου, ή είναι που θέλω να είμαι κοντά σ’ αυτό το πλάσμα… να βλέπω ετούτο το κορίτσι… να ξεδιψάω…

Την είχα πρωτοδεί να είναι ξαπλωμένη πάνω στην αμμουδιά, να είναι “έξω απ’ τα νερά της”, όπως λένε…

Την έχω δει πολλές φορές από τότε, να βγαίνει στην ακτή, να τρέχει στην ακρογιαλιά, να παίζει με το κύμα, να μαζεύει κοχύλια, φύκια και ιππόκαμπους και να στολίζει τα μαλλιά της… να μαζεύει πετρούλες… να τους δίνει ονόματα… κι ύστερα να τις μεταμορφώνει, ζωγραφίζοντάς τες, σε πρόσωπα, σε χαρακτήρες…

Την έχω δει να γράφει με το χέρι της στην άμμο:

«Αγάπησα τ….»

ή

«Αγαπώ τ….»

Τις βρίσκουν το πρωί ετούτες τις γραφές οι άνθρωποι της παραλίας, μισοσβησμένες απ’ το κύμα, και προσπαθούν να μαντέψουν ποιο είναι το όνομα που ακολουθεί, ποιος είναι ο ευτυχισμένος, ο μακάριος, που ’χει κερδίσει για πάντα την αγάπη της…



…Κι εγώ, ο γλάρος, που έχω τη δυνατότητα να την παρακολουθώ από ψηλά… εγώ που ξέρω τις συνήθειές της τις αγαπημένες… να βγαίνει, δηλαδή, στην παραλία, είτε με το σούρουπο, οπότε και δακρύζει μόνο που βλέπει τα χρώματα του δειλινού, είτε νωρίς το λυκαυγές, δηλαδή με το ξημέρωμα… εγώ που ξέρω πως είναι, για κάποιον ανεξήγητο ακόμα λόγο ιδιαίτερα δεμένη μ’ ένα αστεράκι που το λένε, ανάλογα, άλλοτε “Αποσπερίτη” κι άλλοτε “Αυγερινό”… εγώ, λοιπόν που, καθώς προείπα, την έχω παρακολουθήσει, ξέρω ποια είναι η συνέχεια της γραφής της:

Αγάπησα…

ή

Αγαπώ…

…τον κόσμο όλο!

…τη ζωή!


…Κι ύστερα δίνει μια βουτιά και χάνεται στη θάλασσα…

Την ξέρουν, την γνωρίζουν, όλοι οι καπεταναίοι, οι ψαράδες, οι θαλασσινοί! Την ξέρουν και την αγαπούν. Και όλοι, κατά βάθος, επιθυμούν το συναπάντημα μαζί της…

Μόνο οι νεώτεροι σαν κάπως να την περιφρονούν… Σα ν’ αδιαφορούν για την ύπαρξή της, για τις σκέψεις της, για τα όνειρά της, για τη διάθεσή της… “Μοντέρνοι μορφωμένοι άνθρωποι είμαστε”, λένε ή σκέφτονται, “σιγά μη δίνουμε πίστη και προσοχή σε μύθους και σε θρύλους… Σε παραμύθια… Σιγά μη φοβηθούμε δα τις διαθέσεις της… Λες και την έχουμε ανάγκη, στο ελάχιστο, μ’ ετούτα τα αβύθιστα πλοία, με τα σκαριά που κυβερνάμε…”

Γι’ αυτό δε δίνουν προσοχή, δε δείχνουν το κατάλληλο, το ανάλογο ενδιαφέρον: “Παραμύθια!” σου λένε… Γιατί κοιτάζουν μόνο τα ραντάρ τους τα υπερσύγχρονα… κι εκείνα “δεν την πιάνουν”

Μα αν στέκονταν, όπως οι παλιοί θαλασσινοί, στη “βίγλα” [;] της γέφυρας του πλοίου, κι αν βύθιζαν το βλέμμα τους, μ’ όλη τη δύναμη, της καρδιάς τους πρώτα, στη θάλασσα, θα την αντίκριζαν κι αυτοί, το δίχως άλλο!... Κι αν έστηναν αυτί προσεχτικό, θα άκουγαν και το τραγούδι της, τραγούδι όχι “σειρηνικό” που μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή, μα νοσταλγικό κι ελπιδοφόρο, αγαπητικό κι αγαπημένο…


Οι καπεταναίοι κι οι θαλασσοπόροι οι παλαιότεροι διηγούνται, βέβαια, και κάτι άλλο ακόμη. Αυτό για το οποίο είναι γνωστή η γοργόνα ετούτη. Πως τους ρωτάει, λένε, καμιά φορά, ανάλογα με τη διάθεσή της, όταν δηλαδή έχει τη διάθεση να παίξει ετούτο το παιχνίδι: “Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;” Και πως, ανάλογα με την απάντηση, είτε αφήνει το πλοίο, ήρεμη, να συνεχίσει την πορεία του, όταν η απάντηση είναι καταφατική, είτε ταράζει τη θάλασσα κι αυτή η θαλασσοταραχή βουλιάζει το καράβι, όταν η απάντηση είναι αρνητική…


Μα εγώ που βλέπω από ψηλά… που διάβασα… που σκέφτηκα… που συλλογίστηκα… εγώ που είδα και που οίδα… “πολλών ανθρώπων άστεα”… μα και την ίδια…

…τώρα θα σας το αποκαλύψω το μεγάλο τούτο μυστικό…

…τώρα θα σας ερμηνεύσω ετούτο εδώ τον μύθο…

…που, όπως κάθε άλλος μύθος, είναι συμβολικός…

…και κρύβει μια μεγάλη αλήθεια…

…ή, ίσως σωστότερα, πολλές μεγάλες αλήθειες…

…σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα…

…διότι έχει “πολλές αναγνώσεις” κάθε μύθος!...

…κι ανάλογα με τη σοφία και την ικανότητά μας, ανάλογα με τη μόρφωσή μας, του καθενός, και την πνευματικότητά μας, μπορούμε να κατανοήσουμε, ανάλογα...


Μια – δυό, λοιπόν, από τις τόσες ερμηνείες, θα σας δώσω παρακάτω…


Η πρώτη:

Θαλασσινοί, καπεταναίοι, καραβοκύρηδες είμαστε όλοι εμείς! Ο κάθε άνθρωπος χωριστά… Στο σκάφος της ύπαρξής του, της ζωής του… Στο μεγάλο ταξίδι, το ξεχωριστό, του καθενός μας, το μοναχικό, στη θάλασσα… Με μπουνάτσες, με μποφόρια, με γαλήνη και με φουρτούνες… Έτσι όπως κάθε ζωή!...

…Υπάρχουν στιγμές… είτε συχνά, είτε σπάνια… ανάλογα με τον χαρακτήρα τους καθενός μας, ανάλογα και με τις συνήθειές του… που βλέπει ο καθένας… που συναντά… βαθειά απ’ τη συνείδησή του ν’ αναδύεται η προσωπική τους καθενός μας η γοργόνα… κι ακούει τη φωνή της… τη φωνή της συνείδησής του (δηλαδή… τη δική της φωνή…) να τον ρωτά:

“Ζει και βασιλεύει, ακόμα, η αγάπη σου για τη ζωή; Ζει και βασιλεύει το όνειρό σου; Ζει και βασιλεύει ο σκοπός της ζωής σου, μέσα σου; Ζει και βασιλεύει η αγάπη σου για τους ανθρώπους;”….

Κι εσύ… και ο καθένας μας… καλείται να δώσει την απάντησή του… Κι απ’ την απάντηση εξαρτάται η συνέχεια… Διότι αν απαντήσεις καταφατικά, μπορείς και συνεχίζεις την πορεία… Αν, όμως, δώσεις αρνητική απάντηση, είσαι εσύ που δεν έχεις (πια) τη δύναμη, την ικανότητα, την εσωτερική γαλήνη, ν’ αντιμετωπίσεις την όποια δυσκολία, να χειριστείς το πηδάλιο… και, έτσι, αναπότρεπτα βουλιάζεις… Από δικό σου φταίξιμο κι ευθύνη… Και όχι διότι φταίει σ’ ετούτο η γοργόνα…


Προσωπικά έχω και μια δική μου, δεύτερη ερμηνεία, για τον μύθο:

Από καιρού εις καιρό, νιώθει την ανάγκη η γοργόνα, όπως και κάθε άνθρωπος άλλωστε, να μάθει απ’ το ταίρι του:

“Μ’ αγαπάς;… Ζει και βασιλεύει, ακόμα, η αγάπη σου για μένα;…”

“Ζει, αγάπη μου! Ζει και βασιλεύει!... Σ’ αγαπώ ακόμα… Όσο τίποτα και κανέναν… Κι αγαπώ όλο τον κόσμο, γιατί ζεις σ’ αυτόν κι εσύ!...”

Κι αυτό δεν είναι παραμύθι!....

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2008

Πανδώρας μύθος – Άλλη μια ανάγνωση & Μια άλλη ανάγνωση

Πανδώρα. Η προικισμένη με όλα τα δώρα.

Η Αφροδίτη της χάρισε, λέει, κάλλος. Ο Ερμής, λένε, την προίκισε με θάρρος και εξυπνάδα. Κι οι άλλοι (Ολύμπιοι) θεοί με άλλα θέλγητρα, προσόντα κι αρετές…

Ξαναδιαβάζω αυτό τον (γνωστό σε όλους μας) μύθο και… άθελά μου, μου έρχεται η σκέψη, πως θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η Ελλάδα αυτή η Πανδώρα… Καθώς συνηθίζεται να γράφεται, η χώρα μας είναι “ευλογημένη απ’ τους θεούς”: Θέση εξαιρετική, κλίμα ήπιο, μεσογειακό, ομορφιές κάθε είδους και μορφής… Κι οι κάτοικοί της, κι αυτοί το ίδιο “ευλογημένοι”, το ίδιο προικισμένοι: Έξυπνοι, φιλότιμοι, ανοιχτόκαρδοι, δημιουργικοί, “έξω καρδιά”. Με έγνοια για τον συνάνθρωπο, με σεβασμό για τους ηλικιωμένους κ.λπ.

…Όλα αυτά στα χρόνια τα πανάρχαια, τα (σχεδόν) μυθικά, δηλαδή “παραμυθένια”

[Είναι “πολύ καλά κι ιδανικά πλασμένα, για να είναι (ή να παραμείνουν…) αληθινά”…]

Ο μύθος, στη συνέχειά του, μιλά και για τα όσα εφιαλτικά ακολούθησαν [Χμ… η λέξη “εφιαλτικά” δεν είχε καν πλαστεί ακόμα τότε και, φυσικά, δεν είχε αυτό το νόημα που έχει σήμερα]. Αυτή η γυναίκα, λοιπόν, συνεχίζει ο μύθος, η Πανδώρα, η πρώτη γυναίκα επί της γης [το “η πρώτη γυναίκα επί της γης” θα μπορούσε, στην ανάγνωσή μας αυτή, να έχει έννοια ιεραρχική, να αναφέρεται δηλαδή στην πατρίδα μας, έτσι δεν είναι;…] προσφέρθηκε ως σύζυγος στον Επιμηθέα, παρότι ο σοφότερος αδελφός του, ο Προμηθέας, του ’χε συστήσει να μην δεχθεί κανένα τέτοιο ή άλλο δώρο. Μα… τέτοιο δώρο θα μπορούσε, άραγε, ποτέ να τ’ αρνηθεί κανείς;… [Σε τελική ανάλυση τι το κακό έχει, άραγε, μια τέτοια προικισμένη πατρίδα; Εδώ σαν κάπου να πάσχει, σκέφτομαι, ο παραλληλισμός και η νέα διάσταση της ανάγνωσης που επιχειρώ…]. Και, πολύ περισσότερο, πώς θα μπορούσε ο Επιμηθέας ν’ αρνηθεί ένα τέτοιο δώρο, μια τέτοια προσφορά, που εμείς ανέκαθεν, ως λαός, κωφεύαμε στις υποδείξεις, στις συμβουλές και στα κελεύσματα του (όποιου!) Προμηθέα, και πάντα είχαμε την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του Επιμηθέα… [Ακόμα και εγώ, που έρχομαι να γράψω σχετικά, το κάνω, δυστυχώς, ως Επι-μυθέας και όχι ως Προ-μυθέας….]

Ο μύθος καταλήγει, όπως ξέρετε, με τρόπο τραγικό [Xμ… κι αυτή η λέξη, “τραγικός”, εφευρέθηκε πολύ αργότερα, στους χρόνους τους ιστορικούς…]: Στο σπίτι του Επιμηθέα υπήρχε, επιμελώς σφραγισμένο, κουτί ή πίθος, που το άνοιγμά του ήταν αυστηρά απαγορευμένο σε όλους. Ο Έλληνας, όμως, ως γνωστό, “δεν υπομένει ζυγό στον τράχηλο” και φυσικά δεν ανέχεται και δεν υπακούει σε απαγορεύσεις [Ίσως αυτό το δώρο να μη βρέθηκε κανένας θεός να του το δώσει ή ο ίδιος να το απαρνήθηκε… για να κομπάζει πως, τάχα, είναι έτσι “ελεύθερος”!...] Πόσο δε μάλλον που πρόκειται για την Πανδώρα, που έχει και την “καπατσοσύνη” και την “τσαχπινιά” να παραβεί όλους τους κανόνες!... [Kαι να νομίζει πως το κάνει, μάλιστα, “χαριτωμένα”… (Μην τυχόν και δεν “παινέψουμε” τον Έλληνα τον καταφερτζή και κάθε έκφανση του χαρακτήρα του!...) Κάτι σαν τις… “βασίλισσες της μεσημεριανής τηλεοπτικής ζώνης”, δηλαδή, που νομίζουν ότι προσφέρουν κοινωνικό έργο, “ξεσκεπάζοντας κάθε τι” κι “αποκαλύπτοντας τα πάντα”…]. Ήταν κι η γυναικεία περιέργεια, βλέπεις, που συχνότατα ξεπερνά το μέτρο! [Διότι η περιέργεια ήταν κι αυτή, ανέκαθεν, ένα στοιχείο του χαρακτήρα του Έλληνα, που τον οδήγησε στο να μεγαλουργήσει, αργότερα, σε όλους τους τομείς: Επιστήμη, Τέχνη, Εξερευνήσεις, Εμπόριο, Φιλοσοφία. Μα όταν κι αυτή ξεπερνά το “μέτρο”, αυτό που αργότερα θα τονίσουν και θ’ αναδείξουν σε αρετή οι κλασικοί Έλληνες φιλόσοφοι, τότε “πανουργία και ου σοφία” αποδεικνύεται…].

Πώς, λοιπόν, ν’ αντισταθεί η Πανδώρα, στον πειρασμό να μάθει το περιεχόμενο του πίθου ή του κουτιού; Μόλις, λοιπόν, σήκωσε το πώμα, συνέβη ένα απ’ τα δύο [διότι, όπως θα ξέρετε ίσως, υπάρχουν δύο διαφορετικές, ως προς το σημείο αυτό, παραλλαγές του μύθου]: Είτε ξεχύθηκαν από μέσα όλα τα, άγνωστα ως τότε, δεινά του ανθρώπου, που απλώθηκαν ένα γύρο [:παραλλαγή του Ησίοδου], είτε ξεπήδησαν από μέσα όλα τ’ αγαθά [διότι αυτά, και όχι τα δεινά, υπήρχαν μέσα στο κουτί] κι αμέσως φτερούγισαν και χάθηκαν μακριά [όπως είναι η παραλλαγή των μεταγενέστερων αρχαίων συγγραφέων].

Διαλέξτε μία από τις δύο παραλλαγές και, αντίστοιχα, κάν’ τε τον παραλληλισμό που της ταιριάζει: Είτε γέμισε η Ελλάδα [ή, ορθότερα, οι Έλληνες…] όλα τα “κακά της μοίρας μας”, για τα οποία όλοι μας, λίγο –πολύ, καθημερινά παραπονούμαστε, είτε ξέμεινε η Ελλάδα [ή, αντίστοιχα, οι Έλληνες…] από κάθε τι θετικό κι επαινετό…

Από κάθε τι; Απ’ όλα; Χμμ! Όχι ακριβώς!... Πρόλαβε ευτυχώς, λέει ο μύθος, κι έκλεισε το καπάκι η Πανδώρα, κι έκλεισε μέσα στο κουτί, το τελευταίο που είχε μείνει μέσα απ’ το περιεχόμενό της: την Ελπίδα!

Μεγάλο δώρο, στ’ αλήθεια, ετούτη η Ελπίδα! Καλά που υπάρχει κι αυτή. Σπουδαίο δώρο από την [ή για την] Πανδώρα. Και για τους Έλληνες και την Ελλάδα… Τους σημερινούς Έλληνες και τη σημερινή Ελλάδα…

Μα για την ελπίδα θα τα πούμε κάποια άλλη φορά!

[Για την ώρα τελειώσαμε… Thats all folks, όπως τελειώνουν οι ταινίες!... Και, όπως συχνά επισημαίνουν, “όλα τα παραπάνω είναι φανταστικά, είναι μύθος, και καμιά σχέση δεν έχουν με την πραγματικότητα, με πρόσωπα και καταστάσεις”… Ή μήπως έχουν;…]

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2008

Μια ανάρτηση για λίγους… (…ίσως και για μόνο μία…)


Έτσι κι αλλιώς αυτή η ιστοσελίδα διαβάζεται από λίγους… (Καμιά 150αριά επισκέψεις σε κάθε νέα ανάρτηση, περίπου…) Και, τελικά, το πολύ καμιά δεκαριά αφήνουν ένα σχόλιο… Κι άλλοι τόσοι, ίσως, από αυτούς που με γνωρίζουν φυσικά, μου κάνουν σχόλια προφορικά…
Με τόσους λίγους αναγνώστες, το λοιπόν, ας μου επιτραπεί και….

Μια ανάρτηση για λίγους… (…ίσως και για μόνο μία…)

…Μια φορά κι έναν καιρό (πριν από κάποια χρόνια…) ήταν ένας γέρος… χμ, όχι τόσο γέρος… ας πούμε ένας μεσήλικας… ήταν αυτός, που λέτε, «χωμένος», όπως λέμε, μέσα στα βιβλία… Διάβαζε και ταξίδευε… Διάβαζε απ’ όλα… Ακόμα και ιστορίες αγάπης… [Φόρος τιμής στο βιβλίο του Luis Sepulveda “Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης”…] Και του άρεσε να της διηγείται… Ιστορίες και παραμύθια… Με μάγισσες και ξωτικά, με ήρωες και με πριγκίπισσες… Ιστορίες άλλων…
…Διάβαζε και ένιωθε πως είναι τα βιβλία, παράθυρα στον κόσμο… Στη γνώση και στη φαντασία… στην πραγματικότητα και στο όνειρο… Διάβαζε, λοιπόν, εκτός των άλλων, και ονειρευόταν… Ονειρευόταν την ώρα που θα μπορούσε να ζήσει κι αυτός ένα δικό του παραμύθι, μια δική του ιστορία… κι ούτε που σκεπτόταν, τότε, πως θα μπορούσε ύστερα να την διηγείται ως δική του… Και τότε που τον έπιανε να ονειρεύεται… άφηνε τα βιβλία – τα παράθυρα (της φαντασίας…), σήκωνε το βλέμμα του απ’ αυτά και κοίταζε μέσα απ’ τα παράθυρα (τα πραγματικά…) πέρα μακριά, στ’ αστέρια τα αληθινά…
Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, που λέτε, ήτανε, θαρρώ, είτε νωρίς το πρωί είτε αργά το σούρουπο, ο ήρωάς μας (ήρωας;… σιγά τα λάχανα…) διάβαζε ένα βιβλίο που τον ταξίδευε… Ήταν ενός συγγραφέα γιαπωνέζου (ξεχνώ ακόμα και το όνομά του –άλλωστε δεν έχει σημασία…) Ένα διήγημα που είχε λέξεις άγνωστες, εξωτικές… Μία απ’ αυτές, η λέξη «kokoro»… Kokoro στα γιαπωνέζικα θα πει «καρδιά»… Κι αυτό τον έκανε να ταξιδεύει… στην χώρα εκείνη την εξωτική, στην χώρα της καρδιάς…

«Τι διαβάζεις;» άκουσε μια φωνή. Που τον τράβηξε πίσω στην πραγματικότητα, κόβοντάς του το ταξίδι…
Το διάβασμα και τα ταξίδια αυτά, ιδίως στην χώρα της καρδιάς, του είχαν μάθει πως η καρδιά, εκτός των άλλων (δηλαδή εκτός απ’ την αγάπη μόνο…) είναι κι άλλα: ευγένεια, χαμόγελο και άλλα, πολλά άλλα… Σήκωσε τα μάτια του, λοιπόν, απ’ το βιβλίο, και τα έστρεψε να δε ποιος του είχε απευθυνθεί, κι ευγενικά… της χαμογέλασε… Όχι προσποιητά, μα αυθόρμητα!... Γιατί σηκώνοντας τα μάτια είδε να τον κοιτά… ένα αστεράκι… [μα, όπως σας είπα ήδη… δεν θυμάμαι τώρα, τι ώρα ήταν τότε… για να σας πω με βεβαιότητα αν το αστεράκι ήταν ο Αυγερινός ή ο Αποσπερίτης… έτσι κι αλλιώς το ίδιο είναι, δεν έχει σημασία…] Του χαμογέλασε κι εκείνη… Μια μικρή νεράιδα! Μια ψυχούλα παιδική…
«Τι κάνεις;» τον ξαναρώτησε…
«Διαβάζω» της απάντησε, πάντα χαμογελώντας. «Διαβάζω και σκέφτομαι και ονειρεύομαι»…
«Δεν μου αρέσει (τόσο πολύ) να διαβάζω» του αντιγύρισε. «Προτιμώ να ζωγραφίζω και έτσι να ονειρεύομαι»...
«Εγώ δεν ήμουνα ποτέ καλός σ’ αυτά», σχολίασε μ’ ένα παράπονο… «Κανείς δεν μου έδειξε, σαν ήμουνα μικρός, τον τρόπο. Κι αργότερα αμέλησα κι εγώ, είναι αλήθεια», συνέχισε….
[…Πολύ αργότερα έγραψε: «Κι εγώ μπορώ να κάνω τέχνη! Κι εγώ μπορώ να ζωγραφίσω! Δεν έχω, όμως, χρώματα! Δεν έχω πινέλα! Ξέρετε… …δεν έχω ούτε χέρια! Ξέρετε… …γι’ αυτό… εγώ ζωγραφίζω στην ψυχή μου!» (βλ. στο «De Profundis: Περί Πολιτισμού (Β’)» http://seagullstefanos.blogspot.com/2007/10/de-profundis_1568.html)]
«Θέλεις να σε μάθω να ζωγραφίζεις;» τον ρώτησε εκείνη.
«Μετά χαράς!» απάντησε εκείνος ενθουσιασμένος…
…Μ’ αυτό δεν έγινε ποτέ, από τότε… Είτε γιατί εκείνος δεν έδειξε την απαραίτητη ζέση και διάθεση… Είτε γιατί εκείνη διέγνωσε από ένστικτο (που τα παιδιά κι οι καλλιτέχνες το ’χουν ιδιαίτερα ανεπτυγμένο, κι εκείνη ήταν, ταυτόχρονα, και παιδί και καλλιτέχνις!...) πως ήταν «ανεπίδεκτος μαθήσεως, ένεκα των πολλών βιβλίων»… Είτε διότι δεν υπήρξαν ποτέ οι αναγκαίες και κατάλληλες συνθήκες…
..Μα και που δεν έμαθε… «δεν έγινε και τίποτα»… Ίσως καλύτερα έτσι. Δεν είναι δα όλοι κατάλληλοι για όλα. Και, ιδιαίτερα, δεν έχουν όλοι κλίση για την τέχνη… Καθένας με το τάλαντό του… Καθένας με τον χαρακτήρα του…

…Εκείνη με τη καρδιά και το συναίσθημα περισσότερο…
…Εκείνος μάλλον περισσότερο κολλημένος (και όχι «κολλημένος»…) με τη λογική… Μα και με δόσεις ισχυρές απ’ το «άλλο ημισφαίριο του εγκεφάλου»…
Εκείνη συνέχιζε να ζωγραφίζει…
Εκείνος συνέχιζε να διαβάζει… και, πού και πού, να γράφει… ιστορίες και παραμύθια… Τα τελευταία ήταν γραμμένα ειδικά για εκείνην… Γραμμένα, μάλιστα, με τα πινέλα και τα χρώματα που είχε «κλέψει» απ’ την παλέτα της…
Εκείνη τα διάβαζε και χαμογελούσε… Και καμωνόταν πως δεν είχε καταλάβει πως τα χρώματα ήτανε απ’ τα δικά της…
…όσο κι αν εκείνος, πια, όχι μονάχα δε προσπαθούσε να το κρύψει, μα το διαλαλούσε απροκάλυπτα, σε όλους, με τα κείμενά του… (βλέπε το «Γραμμένο μια χειμωνιάτικη νύχτα» http://seagullstefanos.blogspot.com/2007/12/blog-post.html)

Εκείνος έγραφε… και έγραφε… και έγραφε…
Εκείνη ζωγράφιζε… και ζωγράφιζε… και έγραφε…
[Ναι, δεν το έγραψα κατά λάθος αυτό το τελευταίο. Εκτός από το να ζωγραφίζει, έγραφε κιόλας! Γιατί έτσι συμβαίνει με τους αληθινούς, τους πραγματικούς, τους ολοκληρωμένους καλλιτέχνες, τους «πληθωρικούς»: Η καρδιά τους εκδηλώνεται με χίλιους τρόπους… ακόμα και με λέξεις…]
Ζωγράφιζε και έγραφε, λοιπόν… Σε ένα, καθώς του ’λεγε, «κόκκινο τετράδιο»… Τετράδιο καρδιάς… τετράδιο συναισθημάτων…
…που πια είχε γίνει το όνειρο εκείνου, κάποτε να το διαβάσει… Του φάνταζε (και του φαντάζει…) ως η «χώρα της επαγγελίας»…
Κατά καιρούς του επιτρέπει, παιχνιδιάρικα, να ρίχνει σύντομες ματιές… και να διαβάζει κάποιες φράσεις… [Το έχει αυτό, καθώς αποδεικνύεται, η γυναικεία ψυχοσύνθεση… από παιδί ακόμα… να έχει «κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα»… ένα μυστήριο… συμπλήρωμα της γοητείας…]

Οι φράσεις που του επέτρεψε να διαβάσει, τελευταία (και μάλιστα, πια, με τρόπο μοντέρνο, «ηλεκτρονικό»…), οι ακόλουθες:
«Κοντά του μόνο μπορούσε να γίνεται γοητευτική και ενδιαφέρουσα. Μακριά του δεν ήταν ευτυχισμένη. “Δεν ζω χωρίς εσένα” με χίλιους τρόπους του έλεγε κι αυτός πνιγόταν. Με χίλιους τρόπους το έδειχνε. Κοντά του γινόταν παιδάκι. Ένα τόσο δα μικρό κοριτσάκι που είχε απόλυτη ανάγκη το γόνατο του μπαμπά»
Δάκρυσε από συγκίνηση όταν το διάβασε… Μα και χαμογέλασε, μετά, χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Γιατί αυτές οι φράσεις, που ίσως σε άλλον κανένα (από σας) δεν σημαίνει τίποτα, γι’ αυτόν είχαν ένα νόημα, μιαν ουσία…
…Ήταν ένα παιχνίδι που έπαιζαν παλιά… Ένα παιχνίδι δημιουργίας… Μια προ(σ)κληση: Να γράψει (ή να συνεχίσει…) ένα παραμύθι… Ή μιαν ιστορία…
[…Κάπως όπως το «Παιχνίδι των τεσσάρων» ή, παλιότερα, το «Μυθιστόρημα των τεσσάρων»… Ή όπως το παιχνίδι που παίζαμε παιδιά, που κάποιος έγραφε μια φράση κι ύστερα την έκρυβε και άφηνε μόνο μια λέξη, την τελευταία, και από αυτήν έπρεπε να συνεχίσουν οι επόμενοι…]
Κι έπαιξε, λοιπόν, το παιχνίδι που του πρότεινε!... Άρχισε να γράφει… Αυτή τη φορά μόνο για εκείνην!… [«Ένας γέρος που έγραφε ιστορίες αγάπης»…]

[Μόνο;… Εγώ «ξέκλεψα» κάτι απ’ τα γραφόμενά του και τα δημοσιεύω σ’ αυτό το ιστολόγιο, που το άφησα ανοιγμένο, στα μάτια λίγων ή πολλών, μήπως και θέλει κάποιος να συνεχίσει το «παιχνίδι»…]


Υ.Γ. Στο μεταξύ εκείνη (σίγουρα!) πάλι ζωγράφιζε!...