Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

«Χάρτες θησαυρών»


Τον τελευταίο καιρό ιδιαίτερα, αλλά, πάντως, όχι μόνο τώρα, ασχολούμαι με την ελληνική μυθολογία, ξαναδιαβάζοντάς την και προσπαθώντας να εντρυφήσω σε αυτήν.

“Μυθολογία”, ίσως να μου πείτε. Ανοησίες… Παραμύθια…

Αλλά είναι πράγματι έτσι; Είναι “ανοησίες”; Είναι έξ-υπνο την μυθολογία να την χαρακτηρίζουμε υποτιμητικά “παραμύθια”;!...

Τα διάφορα κλασσικά ή νεώτερα παραμύθια κάθε άλλο παρά άχρηστα μπορούν να θεωρηθούν, αφού μέσα απ’ αυτά περνούν μηνύματα και αξίες… Το θέμα είναι να μην μένουμε στα παραμύθια, αλλά να ωριμάζουμε, να κατανοούμε τα μηνύματά τους και να κάνουμε συνειδητές επιλογές των αξιών που μας περνούν…

Αλλά ας επιστρέψω στα περί Μυθολογίας:

“Μύθος”, αν δεν με γελά η μνήμη μου (διότι αυτή τη στιγμή δεν έχω πρόσβαση σε λεξικά και άλλα βιβλία, ώστε να το επιβεβαιώσω), στην αρχική του έννοια σήμαινε “λόγος” [π.χ. στη γνωστή φράση “μηδενί δίκην δικάσεις, πριν αμφοίν μύθον ακούσεις”]

Οι “μύθοι”, λοιπόν, είναι τα λόγια.

[Και τι νόημα μπορεί να έχει η λέξει “μυθολογία”;… Λόγια για τα λόγια;…]

Η πρώτη προσπάθεια του ανθρώπινου αλλά και, ειδικότερα, του ελληνικού γένους, να εκφράσει αυτά που αντιλαμβανόταν ή φανταζόταν ή σκεφτόταν…

[Αυτό το “η πρώτη προσπάθεια” μας θυμίζει (ή/και μας οδηγεί από άλλον δρόμο…) στο γνωστό “εν αρχή ήν ο λόγος”!...]

* * *

Ο μύθος δεν είναι, βεβαίως και προφανώς, ακριβή αποτύπωση της πραγματικότητας. Στον μύθο η πραγματικότητα κρύβεται, λιγότερο ή περισσότερο, συχνά υπονοείται.

Οι μύθοι εκφράζουν – αποδίδουν και αποτυπώνουν σύμβολα!

[Εδώ, ας σκεφτούμε, οι λέξεις είναι σύμβολα, πόσο μάλλον οι μύθοι!...]

Αν δεν κατανοήσουμε την παραπάνω α-λήθεια (που την αφήσαμε να περιπέσει σε… λήθη), έχουμε χάσει το νόημα και, το σημαντικότερο, τα οφέλη –κέρδη που μπορούμε να αντλήσουμε από τον αποσυμβολισμό των μύθων!...

Είναι σαν να έχουμε στα χέρια μας τον χάρτη ενός κρυμμένου θησαυρού και να μας είναι άχρηστος επειδή δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τα σημάδια – σύμβολα… Κι ίσως κάποιους να συμφέρει να μας πείσουν ότι ο χάρτης είναι φανταστικό σχεδίασμα, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο… Σκεφτόμουν, μάλιστα, συνεχίζοντας το παραπάνω παράδειγμα του χάρτη του χαμένου θησαυρού, πόσο εύκολο είναι, πράγματι, να καταστεί αυτός ουσιαστικά άχρηστος: Αρκεί κάποιος να εξαφανίσει από την πραγματικότητα κάποια στοιχεία ή να διαγράψει από τον χάρτη κάποια σύμβολα!...

…Αυτό δεν συμβαίνει και με τη γλώσσα, ιδίως την ελληνική (λόγω της διάρκειάς της στον χρόνο και της ιστορίας της) και τις λέξεις της; Είμαι σίγουρος πως, στο πέρασμα των αιώνων, έχουν χαθεί ένα σωρό θησαυροί που κρύβονταν στις λέξεις και στη γλώσσα μας.

Ένα πρόχειρο – απλό παράδειγμα για να γίνει κατανοητό τι εννοώ: “Τσιρίγο” λεγόταν, παλαιότερα, το νησί που σήμερα ονομάζουμε “Κύθηρα”. Συνεπώς, το επώνυμο “Τσιριγώτης” περικλείει την πληροφορία πως αυτός που φέρει το συγκεκριμένο επώνυμο κατάγεται από το Τσιρίγο. Με την αλλαγή του τοπωνυμίου “Τσιρίγο” σε “Κύθηρα”, οι άνθρωποι της εποχής μας και του μέλλοντος, αν ξεχάσουν την πληροφορία αυτή, είναι αυτονόητο πως θα θεωρούν το επώνυμο “Τσιριγώτης” χωρίς ουσία και περιεχόμενο [Είναι σαν κάποιος να κόβει ένα δένδρο που αποτυπώνεται σ’ έναν χάρτη θησαυρού, στερώντας μας έτσι τη δυνατότητα να βρούμε τον θησαυρό!...]. Πόσοι, για παράδειγμα, μπορούν να απο-συμβολίσουν – νοηματοδοτήσουν το επώνυμο “Μπαρδάκας”, μη γνωρίζοντας ότι “μπαρδάκ” σημαίνει, στα τούρκια, “βαρέλι”;…

Για τον λόγο αυτό λέω και ξαναλέω, γράφω και ξαναγράφω, αυτό που μου κληρονόμησαν, πολύτιμη παρακαταθήκη, οι γονείς και οι δάσκαλοί μου: “Αρχή σοφίας, ονομάτων [:λέξεων] επίσκεψις”.

Η ετυμολογία, βεβαίως, δηλαδή το “έτυμο” δεν μας δίνει πάντα “έτοιμες” τις λύσεις – απαντήσεις σε όλα μας τα ερωτήματα!...

* * *

Όλος αυτός ο ποταμός σκέψεων περί μυθολογίας και συμβόλων ξεκίνησε από το όνομα ενός βασικού προσώπου – συμβόλου της Ελληνικής Μυθολογίας: του Δία. Που μάλιστα, δυστυχώς, πολλά παιδιά αγνοούν ότι λέγεται και Ζευς.

[“Ο Δίας – του Δία –τον Δία – ω Δία”, θα κλίνει σήμερα ένα παιδί. “Ο Ζευς –του Διός – τω Διί – τον Δία –ω Ζευ!”, έκλιναν παλαιότερα, τρανή απόδειξη του συνδυασμού των δύο ονομάτων].

Αλλά κι εμείς που το γνωρίζουμε, πόσο συνδυάζουμε αυτές τις δύο πληροφορίες, πόσο τις νοηματοδοτούμε;

Έχουμε συνειδητοποιήσει, άραγε, πως το “Ζευς” έχει την ίδια ετυμολογική ρίζα με τις λέξεις ζευγάρι, ζεύγνυμι, ζευγάς κ.λπ.; [Χάθηκαν, άλλωστε, στη σύγχρονη εποχή οι ζευγάδες, πώς μπορούν ν’ αποκτήσουν τα σύγχρονα παιδιά την έννοια της λέξεως “ζευγάς”; Χάνεται κι η λέξη, συνεπώς, μαζί με ό,τι αυτή μπορεί να κουβαλάει…]

Και πόση σημασία δίνουμε, άραγε, αντίστοιχα, στο ότι το “Δίας” έχει την ίδια ετυμολογική ρίζα με το δια-χωριστικό “δίχα” του “διχασμού” και με το διαιρετικό “διά” της “διαίρεσης” και του “δια-ζυγίου” κ.λπ.;

“Ζευς”, λοιπόν, και “Δίας”, ένα και το αυτό “πρόσωπο” – σύμβολο, με όλους τους επιμέρους συμβολισμούς που υποκρύπτονται… Όση σημασία θα μπορούσε να έχουν αυτοί οι συμβολισμοί όχι ως ψυχρές γνώσεις, αλλά για την προσωπική και πνευματική ζωή του καθενός μας!...


(Υ.Γ. της 30.12.2010)

αμέσως μετά την ανάρτηση αυτή: http://seagullstefanos.blogspot.com/2010/12/blog-post_30.html

Ο Δίας –Ζευς, που ως Δίας “διαιρεί” και ως Ζευς “ζευγνύει” τις παρατηρήσεις του, τα βιώματά του, τις εμπειρίες του και τις γνώσεις του, δηλαδή αναλύει και συνθέτει τα δεδομένα, δημιουργεί, κατά περίπτωση, με αυτή την αναλυτική και συνθετική μέθοδο, τόσο Επιστήμη όσο και Φιλοσοφία!


Κυριακή 22 Μαρτίου 2009

Τα “θέλω”, τα “πρέπει” και η Λογική

Πριν από ενάμιση περίπου χρόνο είχα αναρτήσει «Τα “θέλω” και τα “πρέπει” στη ζωή μας σήμερα» (βλ. εδώ: http://seagullstefanos.blogspot.com/2007/11/blog-post_12.html)

Επανέρχομαι….


Τα “θέλω”, τα “πρέπει” και η Λογική


20.3.2009


“Εν αρχή ήν ο Λόγος. Και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν και Θεός ήν ο Λόγος”

[Κατά Ιωάννην Α’1]


Εν αρχή ήν το Εγώ. Το “Εγώ” και το “Θέλω”… Και το Θέλω ήν προς το Εγώ και Θεός ήν το Θέλω. Και Θεός ήν και το Εγώ!...

“Μαμά θέλω αυτό. Κι αυτό. Κι αυτό!... Μπαμπά θέλω να κάνω εκείνο. Κι εκείνο. Κι εκείνο!...”. Και ο μπαμπάς και η μαμά τα έδιναν όλα στον κανακάρη τους, στο βλαστάρι τους. Χωρίς “όχι” και χωρίς “μη”… Χωρίς όρια! Διότι, σκέφτονταν (σκέφτονταν;) και έλεγαν, “έχει όρια η αγάπη”;…

Και το “εγώ” τρεφόταν… Κι έγινε ένα τεράστιο «ΕΓΩ»!... Ένα “εγώ” χωρίς όρια!... Ένα “εγώ” καλοθρεμμένο… (ή, αναλόγως με την οπτική, “κακο-ανα-θρεμμένο”…). Με πολλά, πολλά, ανεξάντλητα “θέλω”… Και χωρίς “πρέπει”… Διότι έτσι (“πρέπει να”) ανατρέφεται, λένε, ο σύγχρονος ελεύθερος άνθρωπος…

Ο άνθρωπος, όμως, είναι, λένε, ον κοινωνικό…

Σκεφθείτε, λοιπόν, φανταστείτε αυτή την κοινωνία… ή/και την κοινωνικοποίηση αυτών των καλοαναθρεμμένων “εγώ”, των χωρίς όρια ελεύθερων κακοαναθρεμμένων παιδιών!... Σε πολλά επίπεδα και εκφάνσεις…


[Σκηνή πρώτη]

-Τιμώρησες το παιδί μου, δασκαλάκο; Το παιδί ΜΟΥ; (ή/και) Τόλμησες να τους βάλεις μικρότερο βαθμό από τους άλλους; Νομίζεις πως έχεις το δικαίωμα να του δημιουργήσεις εσύ ψυχολογικά προβλήματα;…

[Μετά από χρόνια…]:

-Ξέρεις ποιος είμαι εγώ, ρε;!...


[Σκηνή εκατοστή… χιλιοστή… εκατομμυριοστή…]

(αχ, αυτή η τελευταία φράση, πόσο συχνά έχει ακουστεί…)

-Ξέρεις ποιος είμαι ΕΓΩ ρε;!...

(Γιατί; Ξέρεις, άραγε, εσύ ο ίδιος; Ένα “εγώ” παραφουσκωμένο είσαι, αν το καλοσκεφτείς, σαν φουσκωμένος λουκουμάς σε σχήμα μηδενικού…)


[Σκηνή δεύτερη]

-Ελευθερία! Ελευθερία!... Όχι στα “όχι” που σκοτώνουν τις ζωές και τα όνειρά μας!... Απαγορεύονται οι απαγορεύσεις!...

[Μετά από χρόνια…]:

-Εμπρός στον… “έτσι” που χάραξε ο… τέτοιος

-Εμπρός στον δρόμο που χάραξε ο Μάης του’68 εννοείς;

-Ναι, γειά σου! Αυτόν!...

-Ναι, αλλά εκείνος ζητούσε, μεταξύ άλλων, και Παιδεία, κι εσύ ελάχιστα μορφωμένο (πόσο δε μάλλον πεπαιδευμένο – καλλιεργημένο) σε βρίσκω, για να το γνωρίζεις αυτό…

-Βρε άντε να χαθείς, παλιοσυντηρητικέ!... Εμείς θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα!...


[Σκηνή εκατοστή πρώτη… χιλιοστή πρώτη… εκατομμυριοστή πρώτη…]

-Θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα!...

(Ναι, αλλά ο κόσμος και ο χρόνος έχουν ένα ρυθμό, μια πορεία φυσιολογική, αν αντιλαμβάνεσαι τι εννοώ!... Όσο κι αν θέλεις, για παράδειγμα, να ήταν πάντοτε άνοιξη ή, ακόμα καλύτερα, καλοκαίρι, είναι φυσιολογικό να περνάμε κι απ’ το φθινόπωρο και τον χειμώνα… Όσο κι αν θέλεις να’ταν η ζωή μόνο καλοκαιρινές διακοπές, “πρέπει” να συνειδητοποιήσεις πως υπάρχουν και οι περίοδοι για εργασία και προσπάθεια…)


[Σκηνή τρίτη]

-Θέλω “να κάνω τη ζωή μου”!... Θέλω να ζήσω κι εγώ, επιτέλους, τη ζωή μου! Τη ζωή που δεν έζησα!...

-Μα, κόρη μου, έχεις ήδη ένα παιδί να αναθρέψεις…

-Δεν μπορώ να γίνω σκλάβα του δα… Θα βρει κι αυτό τον δρόμο του… Κανείς δεν χάνεται!... (Εμένα μου λές;… Τόσο ανθρώπινα ναυάγια… Τόσα ανθρώπινα ράκη!...)

-Μα…

-Δεν έχει “μα”. Θέλω να ζήσω τη ζωή που δεν έζησα!...

[Πριν από χρόνια: Η ζωή που δεν έζησε. Κι αυτή που έζησε… Διάλογος με τους ίδιους πρωταγωνιστές]

-Πατέρα θέλω να βγω να διασκεδάσω!

-Ν’ αφήσεις τα “θέλω” και να σκέφτεσαι μόνο πως “πρέπει” να διαβάσεις, για να γίνεις καλή μαθήτρια, πως “πρέπει” να περάσεις στο Πανεπιστήμιο, πως “πρέπει” να αποκτήσεις εφόδια για τη ζωή σου!

-Πατέρα, μην με καταπιέζεις, έχω ανάγκη και θέλω λίγη περισσότερη ελευθερία.

-Είσαι πολύ μικρή! Για ο,τιδήποτε.

-Μα…

-Δεν έχει “μα”… Τώρα δεν υπάρχουν “θέλω”, παρά μόνο “πρέπει”… Όταν θα μεγαλώσεις και θα παντρευτείς και δεν θα έχω την ευθύνη σου, τότε κάνε ό,τι θέλεις!

(Ψιθυριστά ή από μέσα της, στο μυαλό της) –Τότε θα κοιτάξω μόλις ενηλικιωθώ, να παντρευτώ αμέσως, για να ζήσω τη ζωή που δεν έζησα…


[Σκηνή εκατοστή δεύτερη… Χιλιοστή δεύτερη… Εκατομμυριοστή δεύτερη…]

-Η ζωή που δεν έζησα!...


Ποια είναι η ζωή που δεν ζήσαμε;…

Σκεφθήκαμε, άραγε, ποτέ, όμως, γι’ αυτούς… για τα εκατομμύρια που έχασαν τη ζωή τους… διαχρονικά… γι’ αυτούς που έχασαν τη ζωή τους στους πολέμους… για τα παιδιά που δεν έζησαν καν;…

Σκεφθήκαμε και για τα εκατομμύρια παιδιά ή μεγάλους, της εποχής μας, που ζουν λιμοκτονώντας, δηλαδή αργοπεθαίνοντας;… Θαρρούμε, άραγε, πως κι αυτοί δεν έχουν “θέλω”; Πως δεν θα ήθελαν κι αυτοί να ζήσουν; Όχι “να ζήσουν τη ζωή τους”. Μα να ζήσουν απλά. Απλά να ζήσουν!...

Γιατί; Γιατί όχι, λοιπόν;…

Να σας δώσω μιαν απάντηση, κι αν θέλετε την αποδέχεστε:

Διότι είναι πολύ μεγάλα… διότι είναι τεράστια τα “θέλω” των “πολιτισιμένων” λαών, όλων ημών των “καλοαναθρεμμένων” και “καλοζωισμένων”…

Διότι θέλουμε “το καλύτερο”!... Το περισσότερο!... Διότι θέλουμε τα πάντα!... Τα θέλουμε όλα!... Και όλο θέλουμε… Μόνο θέλουμε!...


Γιατί, άραγε, γίνονται οι πόλεμοι;

Διότι συγκρούονται τα “θέλω”!...

Για τα μεγάλα γαιοπολιτικά συμφέροντα…


Γιατί, άραγε, γίνονται οι κοινωνικές συγκρούσεις;

Διότι συγκρούονται τα “θέλω” των κοινωνικών ομάδων και τάξεων…

Τα συμφέροντα, μικρά ή μεγάλα, μεταξύ τους…


Γιατί, άραγε, προκύπτουν οι προσωπικές έριδες;

Διότι συγκρούονται τα “θέλω” των ανθρώπων…

Διότι δεν διδαχθήκαμε από μικροί ή δεν συνειδητοποιήσαμε, μεγάλοι και ώριμοι (τάχα) πως εκτός από τα “θέλω” υπάρχουν και τα “πρέπει”…

(…τα οποία “πρέπει”, σημειωτέον, θα μπορούσαμε να τα εκφράσουμε και να τα δούμε ως “θέλω” και αυτά, εάν έτσι τα δεχόμαστε καλύτερα κι είναι πιο εύπεπτα για τον ψυχισμό μας: “Θέλω να ζω… θέλουμε να ζούμε, όλοι, σ’ έναν κόσμο πιο αρμονικό, πιο ειρηνικό, χωρίς συγκρούσεις και πολέμους”…)

Διότι εκτός απ’ το “Εγώ” υπάρχει και το “Εσύ”, υπάρχει και “ο άλλος” και “οι άλλοι”. Υπάρχει και το “Εμείς”… [και μάλιστα ΟΧΙ εμείς της οικογένειας, ΟΧΙ εμείς οι φίλοι και γνωστοί, ΟΧΙ εμείς οι γείτονες, ΟΧΙ εμείς οι Αθηναίοι, ΟΧΙ εμείς οι Έλληνες, ΟΧΙ εμείς οι “λευκοί”, ΑΛΛΑ εμείς οι Άνθρωποι όλου του κόσμου!...]

Και όλοι, μα όλοι, θα μπορούσαμε, νομίζω, να ζήσουμε ειρηνικά και με αρμονία, εάν… το θέλαμε πραγματικά, ουσιαστικά, συνειδητά…

…Διότι δικό μας δημιούργημα, ανθρώπινο, δεν είναι, άραγε, αυτός ο κόσμος [“κόσμος’;… κόσμημά μας, άραγε, μπορεί να θεωρηθεί αυτό;…] που ζούμε, ο κόσμος του “ο θάνατός σου η ζωή μου”;!... Δικό μας δημιούργημα δεν είναι αυτή η κοινωνία της μόνιμης και διαρκούς σύγκρουσης και πάλης και αντιπαράθεσης σε κάθε επίπεδο;


Τι προτείνω;…

Το είπα ήδη! Ευθύς εξαρχής!

Πριν πω, πριν γράψω “Εν αρχή ήν το Εγώ. Το “Εγώ” και το “Θέλω”… Και το Θέλω ήν προς το Εγώ και Θεός ήν το Θέλω. Και Θεός ήν και το Εγώ!”

Το είπα ήδη και το πρότεινα όταν έγραφα με αυτά που είδες ή σου φάνηκαν (κυριολεκτικά ή μεταφορικά…) “ψιλά γράμματα”. Θα το επαναλάβω:

“Εν αρχή ήν ο Λόγος. Και ο Λόγος ήν προς τον Θεόν και Θεός ήν ο Λόγος”.

Ό,τι νόημα κι αν δώσεις, αναγνώστη, σ’ αυτό το αγιογραφικό απόσπασμα. Είτε θεολογικό, αν ερμηνεύσεις δηλαδή τον “Λόγο” ως Χριστό, Υιό του Θεού, είτε φιλολογικό – φιλοσοφικό, αν ερμηνεύσεις δηλαδή τον “Λόγο” ως “λογική”, ως λογική που έχουμε απεμπολήσει απ’ τη ζωή και την κοινωνίας μας, ως λογική που θα μπορούσε να ισορροπήσει αρμονικά τα “θέλω” και τα “πρέπει” μας…


[Διότι, αν το σκεφθείς καλά, φίλε αναγνώστη, είτε θεολογών και θρησκευόμενος είσαι, είτε φιλολογών – φιλόσοφος, ο Λόγος – λογική απ’ τον Θεό προέρχεται, Παιδί του είναι, και θα’πρεπε να είναι ο Θεός μας!... Λόγος – Λογική, που θα “υποτάσσεται”, βεβαίως, στο θέλημα του Θεού – Πατέρα, την Αγάπη, έτσι όπως μπορεί να μας διδάξει ή να μας αποκαλύψει η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος!...]

Υ.Γ. Επισημαίνω ότι οι παραπάνω σκέψεις δεν γνωρίζω αν είναι, βέβαια, “ορθόδοξες” ή αν, υπό αυστηρή Ορθόδοξη Χριστιανική θεώρηση, θα κατατάσσονταν ίσως στις αιρετικές. Είναι απλώς η δική μου “αλήθεια”, αυτής της συγκεκριμένης στιγμής και των προσωπικών μου πνευματικών και διανοητικών δυνατοτήτων ή αδυναμιών…

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

Μήπως… να μιλάμε λιγότερο και ν’ ακούμε περισσότερο;


Εδώ και χρόνια έχω συνειδητοποιήσει ότι ειδικά εμείς οι Έλληνες έχουμε μια “μανία” να μιλάμε πολύ. Πάρα πολύ! Ίσως γιατί έχουμε παρερμηνεύσει αυτό που ακούσαμε κάποτε, στο σχολείο, πως δηλαδή “εδώ γεννήθηκε ο Λόγος”. Μόνο που αυτός ο Λόγος είναι η λογική. [Και ο οποίος Λόγος, παρεμπιπτόντως, αρκετά συχνά φαίνεται να “έχει πάρει διαζύγιο” από τα λόγια μας, αλλά και τη σκέψη μας και τη ζωή μας…]
Το να θέλει κάποιος να μιλάει το κατανοώ, το ασπάζομαι και το επικροτώ. Μόνο τα ά-λογα ζώα δν έχουν λόγο, καθώς και τα νήπια (εκ του νη+έπος…) Σε τελική ανάλυση είναι και ψυχολογική ανάγκη του κάθε ανθρώπου η ανάγκη του να εκφραστεί, να διατυπώσει τις σκέψεις του, τις ιδέες του, τα διανοήματά του, τις επιθυμίες του, τα όνειρά του, τα συναισθήματά του…
Το να θέλει κάποιος “να έχει λόγο” επίσης το κατανοώ, το ασπάζομαι και το επικροτώ. Υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι θα είναι έλ-λογος λόγος, δηλαδή προϊόν σκέψης συγκροτημένης (βάσει λογικών – νοητικών κανόνων) και αποτέλεσμα επεξεργασίας βάσιμων δεδομένων και ενδελεχούς αναζήτησής τους και διαλογής τους (ώστε να απορριφθούν τα αβάσιμα και τα ανούσια…). Το “να έχουμε λόγο”, δηλαδή άποψη, είναι σημαντικό. Μόνο, όμως, αν πρόκειται για λόγο αυθύπάρκτο, αυθεντικό, και όχι να παπαγαλίζουμε, να γινόμαστε (ενδεχομένως άθελά μας ή χωρίς να το συνειδητοποιούμε) τα φερέφωνα άλλων, επαναλαμβάνοντας “τσιτάτα” άλλων και νομίζοντας, έτσι, πως έχουμε συγκροτημένο λόγο. [Ξεστράτισα, όμως!...]

Αν, λοιπόν, “έχουμε λόγο” και αιτία να πούμε κάτι, κάτι ουσιαστικό, εποικοδομητικό, διαφορετικό, πρωτότυπο κ.λπ., τότε ναι, και βέβαια να πάρουμε τον λόγο. Τον δικαιούμαστε και μας αξίζει!
Αλλά όχι μόλις πάρουμε τον λόγο, ύστερα… να ξεχνάμε να τον αφήσουμε και σε άλλους… Άλλωστε “τα πολλά λόγια είναι φτώχεια”, “η φλυαρία αποδεικνύει κουφότητα και κενότητα”, ενώ “το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν”… [Υπάρχει και μια άλλη ελληνική παροιμία, ακόμη πιο προχωρημένη και σπουδαία: “Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι”!... Αλλά για την σπουδαιότητα της… σιωπής θα μιλήσω κάποια άλλη φορά. Ή, ίσως, ακόμα καλύτερα, θα… σιωπήσω!...]
Εμείς οι Έλληνες ιδίως, θαρρώ πως έχουμε παρερμηνεύσει και κάτι ακόμα [Και να ήταν αυτά τα μόνα; Έχουμε παρερμηνεύσει, πιστεύω, συνειδητά ή αθέλητα, ένα σωρό όρους και λέξεις, που κάποια στιγμή θα πρέπει να συντάξω λεξικό!...]: Τον διάλογο. Συχνότατα οι διάλογοί μας είναι απλά και μόνο αντίθετοι μονόλογοι, διασταυρούμενα (ή ίσως ούτε καν διασταυρούμενα!...) πυρά, συνεπώς παντελώς ανούσιοι. Καθένας “έχει κατά νου” να πει “αυτά που έχει κατά νου”, ενδιαφέρεται απλά και μόνο να εκθέσει τις απόψεις του ή να επιδείξει τις γνώσεις τους ή να υπερισχύσει (συνήθως με τη δυνατότερη φωνή ή με τη φλύαρη και κουραστική επανάληψη) του άλλου. Ως εκεί!

Παρένθεση [χμ… μακάρι να ήταν παρένθεση, δηλαδή εξαίρεση, και όχι ο κανόνας…]: Συχνά έχω φιλοξενήσει και ακόμα φιλοξενώ ξένους, από πολλές και διαφορετικές χώρες της γης. Οι οποίοι, όταν βλέπουν στην τηλεόρασή μας τα διάφορα “talk shows’ [που συνήθως γίνονται shows και δεν έχουν καθόλου talk, διότι αν είχαν talk προφανώς δεν θα ήταν shows….], παθαίνουν πολιτιστικό σοκ. Στην αρχή και για ένα χρονικό διάστημα μένουν άφωνοι και ύστερα γελούν (με το χάλι μας…) ή αγανακτούν. Και δικαιολογημένα, πιστεύω. Διότι αυτή μας η συμπεριφορά, αυτός μας ο τρόπος, προφανώς δεν μπορεί να είναι η σύγχρονη εξέλιξη της αρχαιοελληνικής Πνύκας, αλλά μιμητική μεταφορά ή κακόγουστη μετάλλαξη της εβραϊκής Χάβρας!...
Επειδή “αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψη” [πολλές φορές το επαναλαμβάνω αυτό στα γραπτά μου, γιατί είναι από τα αγαπημένα μου…], ας κάνουμε αυτή την… “επίσκεψη” στις εξής δύο καίριες λέξεις: Διά-λογος και Συ-ζήτηση. Δεν θέλει θα και πολλή σοφία για να τις καταλάβουμε. Έτσι δεν είναι; “Συ-ζητώ” σημαίνει ζητώ – αναζητώ κάτι, δηλαδή την αλήθεια, μαζί με κάποιον άλλον. Μαζί, όμως, όχι μόνος μου. Αν (νομίζω ότι) μπορώ ή αν θέλω να βρω κάτι μόνος μου, αν νιώθω πως δεν έχω ανάγκη (σ)την συ-ζήτηση με κάποιον, δεν υπάρχει λόγος (δηλαδή αιτία) να αρχίζω μαζί του ένα διά-λογο. Διότι τότε είναι βέβαιοι πως δεν θα πρόκειται για διά-λογο, όπως προείπαμε…

“Μας αρέσει ο ζωντανός διάλογος” λένε (με καμάρι!) διάφοροι τηλεπαρουσιαστές. Και εννοούν και αναφέρονται σε μια κατάσταση (διάβαζε: ακαταστασία!...) που ο καθένας μπορεί ν’ αρχίσει να μιλά οποτεδήποτε, να διακόψει (ή να μιλά παράλληλα, ώστε να μην ακούγεται και να μην γίνεται πλέον αντιληπτός κανείς) όποιον είχε τον λόγο. [“Επίπεδο – δάπεδο”, δηλαδή, και αποτέλεσμα – συμπέρασμα αυτού του είδους του… “διαλόγου”, “μηδέν εις το πηλίκον”…]
Εντάξει, φίλε μου, μίλησες! Κουτσά – στραβά, κατανοητά ή όχι, με ευφράδεις ή με δυσκολία, διατύπωσες την όποια άποψή σου, καθ’ όλα σεβαστή (ακόμα κι αν διαφωνώ, ίσως), ορθή ή εσφαλμένη. Και τώρα σιώπησε! Για λίγο. Έστω για λίγο! Σιώπησε και άκουσε! Δεν σε ενδιαφέρει ν’ ακούσεις τις απόψεις των άλλων; Ή σε ενδιαφέρει να μην ακουστούν οι απόψεις των άλλων; Μήπως σε ενοχλεί ακόμα και να τις ακούσεις; Ή μήπως φοβάσαι και σε τρομάζει αυτή η διαφορετική άποψη; Μήπως δεν έχεις εμπιστοσύνη στις απόψεις και στις ιδέες σου και γι’ αυτό δεν θέλεις καν να ακουστούν οι αντίθετες; Γι’ αυτό παίρνεις φόρα και ξαναεπιτίθεσαι, συνήθως ωρυόμενος, πριν προλάβει ο άλλος “να ολοκληρώσει” [από τις πιο κωμικοτραγικές εκφράσεις της σύγχρονης ελληνικής τηλεόρασης: “να ολοκληρώσω”…] Εκτός πια κι αν αυτοηδονίζεσαι ν’ ακούς τη φωνή σου… και μόνο τη φωνή σου… τις απόψεις σου… και μόνο τις απόψεις σου… [Κι έχεις χτίσει μέσα στ’ αυτιά σου τοίχους… και στο μυαλό σου, πάλι, τοίχους… να περιχαρακώνουν τις απόψεις σου…]

“Άκουσέ με, σε παρακαλώ, σταμάτα κι άκουσέ με!” έχω ακούσει κατ’ επανάληψη σε τέτοιου είδους “συζητήσεις” στην τηλεόραση. [Για το “σε παρακαλώ” δεν είμαι απόλυτα σίγουρος ότι το ακούω… αλλά τέλος πάντων!...]
“Άκουσέ με, σε παρακαλώ, σταμάτα κι άκουσέ με!” έχω ακούσει συχνά και σε καθημερινές διαπροσωπικές συζητήσεις μεταξύ ζευγαριών, φίλων, γνωστών ή και αγνώστων. Ή συχνά και το αντίστοιχο “Κατάλαβέ με, σε παρακαλώ, κατάλαβέ με, νιώσε με!”… [Ακόμα κι όταν δεν χρησιμοποιείται αυτή η συγκεκριμένη φράση, συνήθως αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της όποιας φράσης χρησιμοποιείται σε τέτοιες περιπτώσεις…]
Πόσο πολύ και πόσο συχνά με έχει απασχολήσει και προβληματίσει αυτή η παράκληση!... Το έχουμε νιώσει, νομίζω, όλοι μας αυτό το συναίσθημα, αυτή την ανάγκη, κάποιες φορές της ζωής μας: Την ανάγκη να μας ακούσει ο άλλος πραγματικά [και όχι συγκαταβατικά, ως ένδειξη ευγένειας], να στήσει “ευήκοον ους”, να ακούσει όχι τα λόγια μας αλλά ν’ αφουγκραστεί την ψυχή μας, να προσπαθήσει “να μπει στα παπούτσια μας”, “να μας καταλάβει πραγματικά”, να “νιώσει τον πόνο μας ή την ανάγκη μας ή τα αισθήματά μας”Κι όμως, ενώ εμείς οι ίδιοι (όλοι μας!) “το έχουμε ζήσει στο πετσί μας”, το έχουμε βιώσει, όταν βρεθούμε στην απέναντι πλευρά, όταν δηλαδή μας το λέει ο άλλος, ο διπλανός μας, ο γνωστός μας, ο φίλος μας, ο συγγενής μας, ο άνθρωπός μας, τότε… πόσο πρόθυμοι είμαστε να τον “ακούσουμε”;… Συνήθως, φοβάμαι, είτε “σφυρίζουμε αδιάφορα”, είτε είμαστε πολύ φορτωμένοι, απασχολημένοι και “απορροφημένοι στα δικά μας”, “στον κόσμο μας” [και στον εγωισμό μας!...] και δεν ακούμε…
“Μονολογούμε, μονολογούμε, τον ξένο πόνο δεν τον ακούμε… μιλάμε έτσι, για να μιλούμε…” τραγουδάει ο τραγουδοποιός…
Κι όμως! Αν σιωπούσαμε!... Αν ακούγαμε τους άλλους περισσότερο, πόσο πιο πλούσιοι (διανοητικά, συναισθηματικά, ψυχικά), πόσο πιο σοφοί και πόσο ωφελημένοι δεν θα βγαίναμε ΚΑΙ εμείς από αυτό, παντοιοτρόπως!...