“Seagull” γιατί; Ως φόρο τιμής στο βιβλίο «Γλάρος Ιωνάθαν» του Richard Bach
[βλ.περισσότερα στηνAνάρτηση"ΦόροςTιμής" (http://seagullstefanos.blogspot.com/2007/10/richard-bach-blog.html). ]
Ναι,αλλά γιατί “Seagull” και όχι “Γλάρος”; H απάντηση στην ανάρτησή μου “Αποκαλύπτω…”
(http://seagullstefanos.blogspot.com/2008/03/seagull-eagle.html)
Καθένα από τα πέντε πρόσωπα της ιστορίας μας [υποτίθεται πως (και μπορεί να είναι αλήθεια…)] αντιπροσωπεύει κάτι. Συγκεκριμένα:
Ο Βαρκάρης, την αξία και σημασία που δίνουμε στα χρήματα.
Η Κοπέλα, την αξία και τη βαρύτητα που δίνουμε στο συναίσθημα.
Ο Σοφός, τη σημασία που δίνουμε στη λογική.
Ο Άγριος, τη σημασία που δίνουμε στο σεξ, στη ζωή μας.
Ο Ευρωπαίος, τη βαρύτητα που αποδίδουμε στην κρίση – άποψη του κόσμου για εμάς.
Η σειρά, συνεπώς, με την οποία κατατάξατε (από τον καλύτερο προς τον χειρότερο) τα πέντε πρόσωπα της ιστορίας, αποκαλύπτει πώς αξιολογείτε, ιεραρχικά, ό,τι καθένας αντιπροσωπεύει!....
Υ.Γ.: Στην παρέα όπου (μου/μας) έγινε το συγκεκριμένο τεστ, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα η συζήτηση που επακολούθησε, τόσο ως προς την κατάταξη καθενός μας, όσο και ως προς την ερμηνεία του (αποκαλυπτικού;) τεστ.
Χθες το μεσημέρι, σε μια παρέα όπου βρισκόμουν, μεταξύ άλλων συζητήσεων [και δη “μεταξύ τυρού και αχλαδίου”…], κάποια από την παρέα μάς έκανε ένα ψυχολογικό τεστ. Αργότερα το αναζήτησα στο διαδίκτυο και διάβασα [εάν και εφόσον είναι αληθές αυτό μικρή σημασία έχει] ότι “τo test αυτό εφάρμοζε μια Βέλγικη εταιρεία προκειμένου να προβεί σε προσλήψεις. Όταν διέρρευσε, απαγορεύτηκε η χρήση του, επειδή φωτογράφιζε ακριβώς το χαρακτήρα κάθε υποψηφίου (προσωπικά δεδομένα!)”।
Διαβάστε την παρακάτω ιστορία και απαντήστε στην ερώτηση όσο πιο αυθόρμητα και γρήγορα μπορείτε.
Λοιπόν: Είναι δυο νησιά γειτονικά. Στο ένα ζει ένας άγριος (βάρβαρος, απολίτιστος με γένια...), και ένας πολιτισμένος (Ευρωπαίος λέει το τεστ). Στο άλλο ζουν αρκετοί άνθρωποι, μεταξύ αυτών και μια κοπέλα που είναι ερωτευμένη με τον Ευρωπαίο και έχει "σχέση" μαζί του. Θέλει να πάει στο απέναντι νησί προκειμένου να συναντήσει τον αγαπημένο της. Ρωτάει το μοναδικό βαρκάρη του νησιού, πόσα θέλει να την πάει απέναντι με τη βάρκα του. Ο βαρκάρης της απαντά ότι δε θέλει λεφτά και ότι θα την πάει στο νησί του καλού της, υπό τον όρο ότι θα είναι γυμνή μέσα στη βάρκα. Η κοπέλα σοκάρεται...δεν ξέρει τι να κάνει και πάει να ζητήσει τη βοήθεια του σοφού του νησιού. Αυτός αφού, την άκουσε με προσοχή, της απάντησε: "Να κάνεις παιδί μου αυτό που σε προστάζει η καρδιά σου..." Κι έτσι η κοπέλα αποφάσισε να πάει γυμνή, προκειμένου να συναντήσει τον αγαπημένο της. Πράγματι τυπικός ο βαρκάρης την πήγε. Στην προκυμαία όμως ήταν ο άγριος...ο όποιος μόλις είδε γυναίκα και μάλιστα γυμνή… τη βίασε... Τη στιγμή του βιασμού έρχεται ο Ευρωπαίος βλέπει το σκηνικό και έξαλλος λέει στην κοπέλα να τα μαζέψει και να φύγει αμέσως, πως δεν την θέλει πια και πως χωρίζουν! Και τη διώχνει...
Τέλος ιστορίας.
Εσείς πρέπει να αξιολογήσετε τα πέντε πρόσωπα, από τον καλύτερο στον χειρότερο, δηλαδή, στο νούμερο 1 αυτός που πιστεύετε ότι ήταν ο καλύτερος, στο 2 ο αμέσως επόμενος ... και στο 5 ο χειρότερος όλων...Σας θυμίζω τα πρόσωπα: Άγριος, Ευρωπαίος, Κοπέλα, Βαρκάρης, Σοφός. Απαντήστε αμέσως και αυθόρμητα. Μην αναλύσετε το πώς και το γιατί...
[Προσωπικά πιστεύω ότι δεν βλάπτει εάν σκεφθείτε την απάντησή σας και εάν μπορείτε να την αιτιολογήσετε!...]
Υ.Γ.: Το κλειδί της ερμηνείας της απάντησής σας [διότι δεν υπάρχει “σωστή” απάντηση!...] θα σας το αποκαλύψω στην ακριβώς επόμενη ανάρτησή μου.
Υ।Γ.-2: Στη χθεσινή παρέα μου, πάντως, συζητήσαμε [και αυτό ήταν, κατ’ εμέ, το πιο ενδιαφέρον!] τα κριτήρια του καθενός μας για την αξιολόγηση της συμπεριφοράς των πέντε προσώπων της ιστορίας
“Περίλυπος εστί η καρδία μου” τον τελευταίο καιρό… [όχι απλά μέρες, αλλά μήνες…]
Όχι για κάποιον λόγο προσωπικό. Αλλά γι’ αυτά που βλέπω γύρω μου και με θλίβουν…
Τι κάνεις όταν είσαι θλιμμένος;
Μιλάς (ή: γράφεις) ή σιωπάς;
Φλυαρείς [ενδεχομένως “φληναφήματα”] ή βιώνεις τη θλίψη σου “διατελών και συσκεπτόμενος” (όπως λένε, νομίζω, κάποιοι που περνιούνται για σοφοί – και ίσως να είναι…)
Όλους αυτούς τους μήνες που το ιστολόγιό μου παραμένει “σιωπηλό” [ή μάλλον: άγραφο…. “tabularasa” που λένε….] ο ιστολόγος του δεν έχει πάψει να γράφει. Δεν φεύγεις εύκολα, βλέπεις, από αυτό το “χούι”… Λένε ακόμα, άλλωστε, πως “πρώτα φεύγει η ψυχή και ύστερα το χούι”, η συνήθεια… Αν και δεν [νομίζω πως] γράφω από συνήθεια. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανούσιο, άλλωστε.. Γράφω για να εκφραστώ, γράφω για να σκεφτώ καλύτερα, γράφω για να αναπνεύσω, για να ζήσω…
Και τώρα, τέτοια ώρα, μες στη νύχτα, τι μ’ έπιασε, άραγε, αναρωτιέμαι, να καθίσω να (σας) γράψω;… Με τι θα ήθελα να σπάσω (“εκκωφαντικά”;…) την προηγούμενη σιωπή μου;…
Σίγουρα όχι με πολλά… [Κι ας συνωστίζονται μέσα μου τόσα πολλά που θέλουν να ειπωθούν, να εκφραστούν, ν’ ακουστούν… Τόσον καιρό, δα, που έχουμε να τα πούμε!...].
…Και, αναμφίβολα, ούτε και φλύαρα. “Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι”, έλεγε, κατ’ επανάληψη, ο μακαρίτης ο πατέρας μου… Μακάρι να μπορούσα να εκφραστώ επιγραμματικά, με λόγο σύντομο κι αποφθεγματικό [κάτι που έχω “ζηλέψει” επανειλημμένα αυτούς τους τελευταίους μήνες, λόγω της έντονης και συστηματικής ενασχόλησής μου με τη συλλογή γνωμικών κι αποφθεγμάτων και με την ανάρτησή τους στα “Βικιφθέγματα”]
Αυτό, λοιπόν, που θέλω να γράψω, που θέλω να (σας) πω, αυτό που επιθυμώ να μοιραστώ μαζί σας, είναι η δική μου οπτική για την τρέχουσα κατάσταση.
Το πρόβλημα, για μένα, λοιπόν, δεν είναι [μόνο;] πολιτικό ή, ορθότερα, κομματικό. Το πρόβλημα δεν είναι ούτε οικονομικό [κάθε άλλο μάλιστα!] Το πρόβλημα το βαθύτερο κι η αιτία των κάθε είδους και μορφής εκδοχών κι εκφάνσεών του είναι [πάντοτε κατ’ εμέ] πρόβλημα αξιών. Αξιών και αξιολογήσεων.Κι αυτό που ιδιαίτερα με λυπεί και με τρομάζει, παράλληλα, είναι που αυτή η λέξη, η λέξη “Αξίες” τείνει να εκλείψει από το λεξιλόγιό μας, τείνει να γίνει είδος “μουσειακό”, μια απλή λεξικογραφική καταχώρηση της… παρελθούσας συνείδησής μας… Ίσως ορθότερο είναι να λέμε πως τείνει [αν δεν έχει γίνει ήδη…] ν’ αντικατασταθεί από μία μόνο “αξία” [με “α” μικρό και μέσα σε εισαγωγικά φυλακισμένη…]: Το Χρήμα.
“Το Χρήμα είναι Θεός”, θυμάμαι που έγραφε κι απήγγειλε, παλαιότερα, κάποιος. “Αγοράζει συνειδήσεις” συνέχιζε. “Αγοράζει…” …και τι δεν αγοράζει!...
Όχι πως είναι δα αποκλειστικά σύγχρονο φαινόμενο. Κάθε άλλο μάλιστα! Από καταβολής κόσμου, στο διάβα ολόκληρης της ιστορίας, βρίθουν τα παραδείγματα και οι περιπτώσεις που το χρήμα και ο πλούτος αναδείχθηκαν σε “υπεραξία”: Προδοσίες κάθε είδους και μορφής… Κορυφαίο παράδειγμα τα “τριάντα αργύρια” ως “τιμή του τετιμημένου”, μα και, πέρα απ’ αυτό, καθημερινά, εδώ και αιώνες, ασταμάτητα, πόσοι και πόσοι δεν “πουλάνε και τη μάνα τους” ή “ακόμα και την ψυχή τους στο διάβολο”, που λένε [ή και που έγραψε ο Γκαίτε, στον “Φάουστ”] για χρήμα, πλούτο και εξουσία…
[Έγραφα, παραπάνω πως “στο διάβα ολόκληρης της ιστορίας, βρίθουν τα παραδείγματα και οι περιπτώσεις που το χρήμα και ο πλούτος αναδείχθηκαν σε υπεραξία” και σκέφτομαι πως, τουλάχιστον για κάποιους, ολόκληρη η ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο, κατά βάθος, παρά μια έκφανση του οικονομικού φαινομένου… αλλά η σχετική συζήτηση μπορεί να διαρκέσει ώρες ατελείωτες και να μας πάει αλλού και γι’ αυτό λέω να την αφήσω για την ώρα…]
Σκέφτομαι και θλίβομαι, συγκρίνοντας πως αξιολογούσαν – αξιολογούσαμε τους ανθρώπους παλαιότερα [μέχρι και πριν από τρεις – τέσσερεις δεκαετίες, ίσως;…] και πώς σήμερα.
Σήμερα “άξιος και επιτυχημένος” είναι μόνον αυτός που έχει πολλά χρήματα και περιουσία. Χωρίς να μας πολυενδιαφέρει πώς τα απέκτησε [τουλάχιστον όχι μέχρι να αποκαλυφθεί, οπότε και μάλλον θα του φορτώσουμε όλοι το “ανάθεμά” μας, για να είμαστε “εντάξει” με την –“ξεπουλημένη” πια- συνείδησή μας!...]: Μεγαλέμποροι ναρκωτικών, μεγαλέμποροι ελπίδων και ονείρων, “μάνατζερς” και “ατζέντηδες”, εκδότες και διακινητές πορνογραφικού υλικού, έμποροι λευκής [και μαύρης… και κίτρινης…] σάρκας, βιομήχανοι και επιχειρηματίες, εγκληματίες με λευκά κολάρα, μεγαλοδικηγόροι, μεγαλογιατροί κ.λπ. κ.λπ…. όλοι τους “άξιοι και πετυχημένοι”, αρκεί να έχουν κάνει περιουσία…
Παλαιότερα, θαρρώ, πως άξιζε ο γιατρός μονάχα γι’ αυτό που ήταν, γι’ αυτό που γνώριζε, γι’ αυτό που έκανε, για το ότι “έδινε τη ζωή του και τον χρόνο του” στην έρευνα και στην προσφορά προς την κοινωνία, όχι σπάνια ακόμα και μη εισπράττοντας αμοιβή απ’ όσους δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια. Σήμερα, αντ’ αυτών έχουμε ως “sinequanon” [και “άνευ αυτού ου δύνασθαι ποιείν ουδέν”…] το “φακελάκι”…
Παλαιότερα υπήρχαν, απ’ ό,τι γνωρίζω, δικηγόροι που αναλάμβαναν και έφερναν εις πέρας υποθέσεις αφιλοκερδώς, μόνο και μόνο για ν’ αναδειχθεί το δίκαιο, κι έχοντας πάντα ως πυξίδα κι οδηγό αυτό ακριβώς που τάχθηκαν κι ορκίστηκαν να υπηρετούν: το δίκαιο. Ενώ σήμερα [και διορθώστε με αν κάνω λάθος] μηχανεύονται τα πάντα και γίνονται ακόμη και “καραγκιόζηδες”, μόνο και μόνο για να κερδίσουν μιαν υπόθεση και την αμοιβή που συνεπάγεται…
Και τι να πούμε, εξάλλου, για εμπόρους κι επιχειρηματίες, βιομήχανους και μεγαλόσχημους “μάνατζερς”, που έχουν “πατήσει επί πτωμάτων” [τόσο μεταφορικώς, όσο και, ενδεχομένως, σε κάποιες περιπτώσεις, κυριολεκτικώς] για να αποκτήσουν πλούτο (και δόξα και εξουσία…)
Ουαί!...
“Ουαί”, θα πείτε, το δίχως άλλο, γι’ αυτές τις περιπτώσεις. Και είναι αυτή, τόσο για εσάς, όσο και για μένα, η εύκολη λύση: Το “ουαί”, το “ανάθεμα” των άλλων… Ακόμα και όλων των άλλων, εκτός, βεβαίως, των “άμεμπτων” εαυτών μας, ο καθένας μας!...
Κι όμως φοβάμαι [κι ετούτο με τρομάζει πιότερο] πως οι περισσότεροι από εμάς, μέσα στον μεγαλοαστισμό ή στον μικροαστισμό ή στην φτώχεια μας, ανάλογα, ο καθένας μας, κατά βάθος ελάχιστα διαφέρουμε, στην πραγματικότητα, απ’ όλους αυτούς τους [τάχα] λίγους “μεγαλόσχημους”… Φοβάμαι ότι ίσως να μη γίναμε σαν αυτούς [“σαν τα μούτρα τους”, που λένε…] όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά γιατί δεν μας δόθηκε η [“μεγάλη”] ευκαιρία.
Διότι νομίζω πως στην καθημερινότητά μας, ο καθένας μας, τηρουμένων των αναλογιών, κάνει τις ανάλογες (και μάλιστα αλλεπάλληλες!) ηθικές υποχωρήσεις…
Ο λιανέμπορος, για παράδειγμα, ακόμα κι ο απλός φρουτέμπορος της λαϊκής αγοράς, δεν παύει να αισχροκερδεί, ακόμα κι αν δεν έχει, σε απόλυτες τιμές, το κέρδος του μεγαλέμπορου…
…κι ο “παπατζής” με τους “αβανταδόρους”και τα “τσιράκια” του, κατά βάση μάλλον καθόλου δεν διαφέρει απ’ τον ιδιοκτήτη ενός λαμπερού καζίνου… Κι ίσως, μάλιστα, να ονειρεύεται να γίνει κάποτε ένας τέτοιος…
Να συνεχίσω με άλλα παραδείγματα; Θαρρώ πως δεν χρειάζεται, διότι αναμφίβολα έγινε αντιληπτό αυτό που εννοώ…
Για να επιβιώνουν τα όντα, πρέπει να εξελίσσονται. Να προσαρμόζονται. Στις εκάστοτε συνθήκες. Διαφορετικά είναι καταδικασμένα σε εξαφάνιση…
Θα το έχετε ακούσει ή διαβάσει, φαντάζομαι, πως σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα έμβια όντα με τη μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα είναι… οι κατσαρίδες!... Αυτές, κατά πως λέγεται, θα είναι, ίσως, τα τελευταία έμβια όντα του πλανήτη, ικανές να επιβιώσουν ακόμα και από πυρηνικό ολοκαύτωμα!...
[Οι κατσαρίδες, λοιπόν, μην το ξεχνάτε!...]
Στο πέρασμα του χρόνου, δεκάδες χιλιάδες είδη έχουν εξαφανιστεί και εξακολουθούν να εξαφανίζονται. Και μάλιστα στην εποχή μας με όλο και πιο γρήγορο ρυθμό… Υπάρχουν είδη που πια τα “συναντούμε” μόνο ως φωτογραφίες ή σχέδια ειδικών επιστημόνων (και) σε μουσεία ή ως απολιθώματα…
[Απολιθώματα! Να το θυμάστε και αυτό, θα επανέλθω…]
Αναρωτιέμαι εάν και κατά πόσο και πώς ακριβώς ισχύει ο νόμος της εξέλιξης και της προσαρμοστικότητας στους ανθρώπους και στις κοινωνίες…
Στο πέρασμα των χρόνων και των εποχών, τι μας διδάσκει η εμπειρία και η πραγματικότητα; Μπορεί, για παράδειγμα, ένας συνειδητός υπέρμαχος της “μη-βίας” να επιβιώσει, άραγε, στη μάχη με τον πρεσβευτή του “δικαίου του ισχυροτέρου”;… Όχι, το δίχως άλλο, αν δεν “εξελιχθεί”, αν δεν “προσαρμοστεί”… Γι’ αυτό, άλλωστε [τι; Είναι άραγε τυχαίο;…] λιγοστεύουν συνεχώς κι εξαφανίζονται οι Ποιητές (με «Π» κεφαλαίο). Οι Ποιητές για τους οποίους κάποιος πολιτικός είχε πει, αν θυμάστε, εκείνο το αμίμητο… […Δεν το γράφω καν, διότι… προσπαθώ να το ξεχάσω!...]
Έγραψα για “πολιτικούς” και θυμήθηκα κι ετούτο, που είναι –βεβαίως- απόλυτα σχετικό με όσα γράφω: Είναι τυχαίο, άραγε, που (σχεδόν) εξαφανίστηκαν οι άξιοι πολιτικοί, αυτοί δηλαδή που δεν “εξελίχθηκαν” και δεν “προσαρμόστηκαν” με του πολιτικάντηδες, που έχουν έρθει στα πράγματα;
[Θυμάστε το “ανθ’ ημών Γουλιμής”; Να σας θυμίσω κι εγώ ότι αντί για πολιτικούς – διανοούμενους, όπως για παράδειγμα ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος κι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, που είχαμε πριν από τρεις – τέσσερις δεκαετίες, έχουμε σήμερα ως (δήθεν) “πολιτικούς”, διάφορες TV-περσόνες;…]
Λέγεται πως “οι λαοί έχουν τις εξουσίες και τους πολιτικούς που τους ταιριάζουν και τους αξίζουν”
[Τους άλλους, αυτούς δηλαδή που “δεν μας κάνουν”, είτε τους εξοστρακίζουμε, όπως τον δίκαιο Αριστείδη, είτε τους δολοφονούμε, όπως τον σπουδαίο Καποδίστρια, είτε –ακόμα- τους περιορίζουμε σε ένα ελάχιστο – ασήμαντο ποσοστό, όπως τον Κωστή Στεφανόπουλο, ως ενεργό πολιτικό δηλαδή πριν τον αναδείξουμε Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ.λπ.]
Αναρωτιέμαι τι προηγήθηκε στον φαύλο κύκλο που έχουμε περιπέσει: Οι “υπήκοοι” “προσαρμοστήκαμε” στις “βουλές” (με την έννοια του “επιθυμίες”) και στα “καπρίτσια” των πολιτικάντηδων ή αυτοί “προσαρμόστηκαν” στην γενική κατάπτωση ημών των σύγχρονων Ελληναράδων;…
Σκέφτομαι και θλίβομαι… για το πόσο “ταιριαστά” και “προσαρμοσμένα” είναι τα παρακάτω φαινόμενα:
Θεωρούμε το κράτος εχθρικό και, αντίστοιχα, το Κράτος μας εχθρεύεται…
Φοροδιαφεύγουμε ασύστολα και με κάθε ευκαιρία… [και “με το δίκιό μας”, βέβαια, αφού…] …και το κράτος μας κλέβει συνεχώς, και δεν σέβεται τα χρήματα που εισπράττει απ’ τους φόρους μας…
Ζητούμε “αξιοκρατία παντού”… τη στιγμή που δεν μπορούμε να την ανεχθούμε όταν αυτή μας αφορά και λειτουργεί εις βάρος των ατομικών μας συμφερόντων…
Κατηγορούμε τους βουλευτές για… “βολευτές”, ενώ παράλληλα κι εμείς αυτό έχουμε ως “ελληνικό όνειρο”, δηλαδή να βρούμε κάπου “να τη βολέψουμε” και, μάλιστα, ζητάμε από τους ίδιους τους “βολευτές” να μας βολέψουν κι εμάς και τα παιδιά μας… [Αξιοκρατικά, πάντα, βεβαίως – βεβαίως!...]
Τους μεμφόμαστε ότι δεν βουλεύονται (με την πραγματική έννοια της λέξεως), όταν κι εμείς έχουμε πάψει από καιρό να σκεπτόμαστε, να στοχαζόμαστε…
Αναθεματίζουμε όσους είναι αναμεμειγμένους με οικονομικά σκάνδαλα, ενώ κατά βάθος, εκ πεποιθήσεως απατεώνες και εν δυνάμει “λαμόγια” κι εμείς, ψάχνουμε ευκαιρίες για να “πιάσουμε την καλή”!...
Ανήθικοι κι εκείνοι, ανήθικοι κι εμείς!... Απλώς σ’ εμάς δεν δόθηκε η ευκαιρία να το αποδείξουμε…
κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ……
Καθένας μπορεί να αποφασίσει…
…αν θα καταλήξει μουσειακό “απολίθωμα” στη σύγχρονη κοινωνία…
“Όλα πωλούνται! Κι όλα αγοράζονται! Όλα έχουν την τιμή τους!...”
Το πιστεύετε, αλήθεια, αυτό;
Καλώς ή κακώς, νομίζω πως πάρα πολλοί απαντούν καταφατικά.
Μα… αν είναι έτσι… Αν το πιστεύουν πραγματικά… τότε, αν θέλουν να είναι συνεπείς με την άποψή τους αυτή, θα πρέπει να παραδεχθούν πως, συνεπώς, είναι και οι ίδιοι… είμαστε όλοι μας… “ξεπουλημένοι” ή, έστω, εν δυνάμει και δυνητικά “πουλημένοι”…
[Διότι, βεβαίως, αν κάποιος θεωρεί πως ΟΛΟΙ οι άλλοι είναι “πουλημένοι” και μόνον αυτός ο ίδιος δεν “ξεπουλιέται”, τότε, σίγουρα, είτε δεν είναι ειλικρινής –κατ’ αρχάς με τον ίδιο τον εαυτό του- είτε “χρωστάει της Μιχαλούς”… Ή, από την ακριβώς αντίθετη θεώρηση: Αν κάποιος θεωρεί πως ο ίδιος δεν “ξεπουλιέται”, τότε οφείλει να αναγνωρίσει ότι –σίγουρα!- υπάρχουν κι άλλοι που, όπως κι αυτός, δεν ξεπουλιούνται!...]
Δεν περιποιεί τιμή, βεβαίως, μια τέτοια διαπίστωση. Όλοι οι κήνσορες της ηθικής, οι υπέρμαχοι της απολυτότητας, οι αυστηροί θεματοφύλακες αρχών και αξιών… να είναι έτοιμοι να ξεπουλήσουν ο καθένας τις Θερμοπύλες που (τους) τάχθηκαν να φυλάνε…
Για σκεφθείτε… Οι χειρότεροι εφιάλτες να γίνονταν πραγματικότητα… Το υπέρτατο και αξεπέραστο θρίλερ!... Οι μανάδες θα μπορούσαν να σκοτώνουν, τότε, την αγάπη τους και τα ίδια τους τα παιδιά, έναντι ενός εξωφρενικού, έστω, τιμήματος… Οι ιερείς [σε ιερείς αναφέρομαι, με όλη τη σημασία της λέξεως, και όχι σε “παπάδες”…] θα παζαρεύουν την πίστη τους σ’ όποιον Θεό τους προσφέρει περισσότερα… Οι δικαστές θα βγάζουν τις αποφάσεις τους σε πλειστηριασμό… Οι “ιδεολόγοι κομμουνιστές” θα εισάγουν τα ιδανικά τους στο χρηματιστήριο… H “θύρα 13” και η “Original” θ’ αποκτήσουν σπόνσορα και νέο σύμβολο, τον έφηβο του ΟΣΦΠ…
Μπορείτε να φανταστείτε έναν τέτοιο κόσμο;
Μπορείτε να ανεχθείτε έναν τέτοιο κόσμο;
Κι αν όχι… τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για να αντισταθούμε σε κάτι τέτοιο;
Ίσως η λύση να είναι απλή: Να πει, ο καθένας μας, “αυτά τα 2-3 πράγματα, αυτές τις 2-3 αξίες έχω ταχθεί να τις υπερασπιστώ εγώ… και θα τις υπερασπιστώ ακόμα κι αν μείνω μόνος μου να τις υπερασπίζομαι… με κάθε προσωπικό κόστος… ακόμα κι αν αυτό σημαίνει συντριβή μου”…
Όλοι οι άλλοι “απέναντι”… Όλοι οι άλλοι ενδεχομένως και εναντίον σου… Κι εσύ εκεί!... Κόντρα σε όλους!... Κόντρα σε όλες τις καταστάσεις και τις συνθήκες, να φυλάς “τα 2-3 πράγματά σου… τις 2-3 αξίες που τάχθηκες… που επέλεξες να φυλάξεις, σαν άλλες Θερμοπύλες”, καθώς είπαμε…
Θυμάστε τι λέγανε οι παλαιότεροι;
“Η τιμή τιμή δεν έχει και χαρά στον που την έχει”…
Και δεν το έλεγαν απλώς! Το ένιωθαν κιόλας! [Τουλάχιστον η μεγάλη πλειοψηφία τους, τότε…] Ό,τι κι αν τους στοίχιζε, εξ απόψεως οικονομικής (είτε ως θετική ζημία, είτε ως διαφυγόν κέρδος…) η εντιμότητά τους ήταν αδιαπραγμάτευτη. Με όποια τιμή!...
Μη! Για τον Θεό, μη! Μη τις σκοτώνετε αυτές τις λέξεις, τις ιερές. Μη τις κλωτσάτε, με τις ποδοπατάτε, μη τις ατιμάζετε. Σας εξορκίζω! Μη!...
Είναι ζωντανές! Πιο ζωντανές κι από μένα, κι από σας, κι απ’ όλους! Εδώ και αιώνες! Σοφές κι αγνές και ιερές!...
Είναι παιδιά μου… εγώ τις γέννησα… όχι απ’ το στόμα μου… μα απ’ την ψυχή μου… Κομμάτια της καρδιάς μου που αποσπάστηκαν… μέλη του σώματός μου… Εγώ τις κυοφόρησα… Μέρες, μήνες, χρόνια… Αιώνες… Στα σπλάχνα μου… Στη μήτρα του μυαλού και της καρδιάς μου…
…Είναι και αδελφές μου αυτές οι λέξεις. Έτσι τις νιώθω… Κόρες της μεγάλης μας μάνας, της γλώσσας μας. Αυτή μας γέννησε! Δεν τη γεννήσαμε εμείς αυτή τη γλώσσα… Απ’ αυτή θηλάσαμε… χρόνια τώρα… Χορτάσαμε γάλα απ’ το βυζί της… Ξεδιψάσαμε… Γαλουχηθήκαμε!...
…Γίναμε άντρες και γυναίκες. Χάρη σ’ αυτήν…
…Κι εσείς, τώρα, αυτή τη γλώσσα, τη βρήκατε για “σημαία ευκαιρίας”… και την τυπώσατε σε πληθωριστικά χαρτονομίσματα, χωρίς πια καμιά αξία…
Τη γλώσσα του λαού μου, ορέ;!...
Τη γλώσσα μου;!...
…που είναι και γλώσσα σας;
Ανόητοι!...
Θα μας εκδικηθεί η Ιστορία!… Έτσι όπως εκδικήθηκε, στο παραμύθι, εκείνον που “έκανε πλάκα”, κάθε τόσο, πως έρχεται, τάχα, λύκος… κι όταν ο λύκος ήρθε πραγματικά, κανένας πια δεν τον πίστευε, κι ας φώναζε αυτός απελπισμένος!...
…Σας το είπα ήδη, μα σας το ξαναλέω: Θα μας εκδικηθεί η Ιστορία! Και για τη γλώσσα που ατιμάζουμε, μα και για όλες τις αξίες και τα ιδανικά που μας δόθηκαν παρακαταθήκη απ’ τις προηγούμενες γενιές, κι εμείς τις περιπαίξαμε, τις ατιμάσαμε, τις ξεφτιλίσαμε, τις ξεπουλήσαμε…
Θα ’ρθει, φοβάμαι, ο καιρός, που θα μιλάμε και κανείς πια δεν θα μας πιστεύει! Θα ικετεύουμε τον διπλανό μας “έχε μου εμπιστοσύνη” κι αυτός θα έχει χάσει την εμπιστοσύνη στους ανθρώπους…
Θα θέλουμε νερό να ξεδιψάσουμε και τα παιδιά μας θα μας ποτίζουν ξύδι. Και φαρμάκι. Αυτό που, άλλωστε, κάναμε κι εμείς νωρίτερα, αυτό που τους διδάξαμε…
Θα θέλουμε κάποιαν αρχή, κάποια εξουσία, κάποιο θεσμό να στηριχθούμε… και τότε θα συνειδητοποιήσουμε πως όλα εμείς τα γκρεμίσαμε νωρίτερα…
Θα θέλουμε να αναπνεύσουμε, αέρα καθαρό, να μυρίζει θυμάρι και πεύκο, μα η ατμόσφαιρα θα έχει γίνει τόσο επικίνδυνη, που θα ’χουμε σαν μόνη λύση μπουκάλες οξυγόνου με λίγη υποψία από μυρωδιά φορμόλης…
Θα θέλεις να πεις στο κορίτσι σου που ερωτεύθηκες και λατρεύεις “σ’ αγαπώ!”, κι αυτή η φράση, ξεφτιλισμένη πια απ’ την πολλή χρήση σε κάθε είδους και ποιότητας τραγούδια ή “κουβέντες”, θα είναι πια μια φράση – πόρνη!...
Θα νιώσεις την ανάγκη να πεις και να φωνάξεις, να τους καλέσεις, στην ώρα του χαμού, του πόνου σου, “πατέρα!”, “μάνα!”, “Θεέ μου!”… και τότε θα θυμηθείς, με τρόμο, πως εσύ τους σκότωσες!...
Μα… άκου, αν θέλεις, και τη συμβουλή μου [μικρό παιδί εγώ, και άμαθο, μπορώ, άραγε, και δικαιούμαι, να σου δίνω συμβουλές;… ποιος ξέρει;!...]:
Εάν σου έρθει… αν το νιώσεις… αν δεν μπορείς ν’ αντέξεις…
…πές το!... φώναξέ το:
“Μάνα!”... “Θεέ μου!”... “Αγάπη μου!”...
Ετούτες ειδικά οι λέξεις (κι ίσως και κανα-δυό ακόμα…) είναι (τ’ ακούς;!...) μαγικές! Έχουν τη δύναμη ν’ ανασταίνονται! Και να ανασταίνουν!...
Τώρα… τώρα που το ζούμε… τώρα που το βιώνει τραγικά (;!...) όλος ο κόσμος, με τρόμο, πανικό κι απόγνωση… Τώρα είναι πια η ώρα να θυμηθούμε όλοι πως κάποιες φωνές, αδύναμες φωνές, πολύ πριν φθάσουμε σ’ αυτή την κατρακύλα, μας είχαν προειδοποιήσει. Και αν μπορούμε να σκεφθούμε ψύχραιμα και νηφάλια […τι ζητώ κι εγώ σε τέτοιες περιόδους τόσο έντονης οικονομικής κρίσης!... ψυχραιμία και νηφαλιότητα!... αν είναι δυνατόν!...], θα παραδεχθούμε ότι ήταν και δικό μας (όλων μας!...) το φταίξιμο για όσα βιώνουμε τώρα…
Μας μιλούσαν, λοιπόν, παλιότερα, κάποιοι, για υπερβολές [και δεν ήταν διόλου υπερ-βολικοί στα όσα έλεγαν, όπως πιστεύαμε, τότε, εμείς οι υπερ-βολεμένοι….], έκαναν λόγο για “οικονομικούς γίγαντες” και οικονομίες γενικότερα “με γυάλινα πόδια”. Μας συμβούλευαν να περιορίσουμε, να συγκρατήσουμε τα πληθωριστικά φαινόμενα της απληστίας μας… Πού ν’ ακούσουμε εμείς, τότε!... Μεθυσμένοι απ’ τα υπερ-κέρδη, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως ήταν “μπόμπα” – νοθευμένο το νέκταρ της επιτυχίας και της οικονομικής ευμάρειας που πίναμε αχόρταγα…
“Στερνή μου γνώση, να σ’ είχα πρώτα”….
Και τώρα τι;.. Και τώρα πώς;… Πώς σταματάει ετούτος ο κατήφορος; Πού είναι, άραγε, “ο πάτος του βαρελιού”;… Κανείς δεν (φαίνεται να) ξέρει… Οι δείκτες κατρακυλούν… τι λέω… κατακρημνίζονται… βουλιάζουν… Μαζί κατρακυλά και η “ευμάρειά” μας [που την ταυτίσαμε με τον όρο “ευτυχία”…], άνθρωποι πηδούν, απελπισμένοι, απ’ τα παράθυρα, δίνοντας τέλος στη ζωή τους [:σ’ αυτό που επέλεξαν να ονοματίσουν ως “ζωή” τους…], βουλιάζουν τα αισθήματά μας κι οι ελπίδες μας…
“Και τώρα τι; Και τώρα πως;…”. Ετούτα (και άλλα αντίστοιχα παρόμοια) ερωτήματα φαίνεται να μας απασχολούν (μονάχα αυτά!) ετούτον τον καιρό, να “τριβελίζουν” το μυαλό μας. Κι αυτή μας η μονότονα επίμονη ενασχόληση, φαίνεται πως μας απομακρύνει από κάθε άλλου είδους σκέψη… φαίνεται πως μας κάνει να ξεχνάμε ακόμη και πως δεν έχουμε μόνο μυαλό (για τέτοια…), μα και καρδιά… κι αυτό που αποκαλούμε “πνεύμα”…
Κάποιες φωνές μας το θυμίζουν… [Όσο τους δίνεται η δυνατότητα να το κάνουν… μέσα στον ορυμαγδό της εποχής μας… και δη των ημερών μας… Όσο μπορούμε κι εμείς να στήσουμε αυτί, να τους αφουγκραστούμε…] Δεν είναι ετούτες οι φωνές κάποιων “μουρτζούφληδων”, “κακορίζικων” και αιώνια “κινδυνολόγων”… [Εγώ τουλάχιστον, ετούτη τη στιγμή, δεν σας μιλώ και δεν αναφέρομαι σ’ εκείνους…] Ούτε είναι απαραίτητα φωνές κάποιων ηγετών, ταγών ή διανοουμένων… Είναι φωνές αυτών που νιώθουν και είναι στη ζωή του “φιλόσοφοι”. Όχι απαραίτητα καθηγητές πανεπιστημίων ή έστω “σπουδαγμένοι”. Σ’ αυτά που λένε, σ’ αυτά που σκέπτονται, συχνά ταυτίζονται μ’ αυτούς κι οι πιο αγράμματοι, άνθρωποι απλοί, μ’ αυτό που λένε “φιλοσοφημένοι”…
…Αυτούς προσπαθώ ν’ αφουγκραστώ, λοιπόν, κι αυτοί μου δίνουν την απάντηση. Πως… Ναι, το δίχως άλλο,“έχει και άλλο πάτο, παρακάτω, το βαρέλι”… Όχι όμως απαραίτητα ετούτο το “βαρέλι” που κοντόφθαλμα θωρούμε…
Το θέμα, λένε, δεν εντοπίζεται ακριβώς εκεί που νομίζουμε ότι πρέπει να το εστιάσουμε. Το θέμα μάλλον εντοπίζεται, εάν το δούμε πιο βαθειά, σ’ εκείνα που αναγορεύσαμε, εμείς οι άνθρωποι οι σύγχρονοι, οι πολιτισμένοι, ως αξίες…
[Μεγάλο θέμα… Μεγάλη κουβέντα… Από πού ν’ αρχίσεις και που να τελειώσεις…]
Η οικονομική –χρηματιστηριακή και, ίσως, κάθε άλλου είδους κρίση, είναι κατά βάση και προεχόντως, κρίση αξιών, αρχών, ιδανικών και προτεραιοτήτων…
“Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος”έλεγαν οι αρχαίοι…
…Κι ο αντίλαλός του στη σύγχρονη (ιδίως!) εποχή:
“Πάντων ανθρώπων μέτρο χρήμα”…
Λες κι οι ανθρώπινες γενιές, παίζουν, στο πέρασμα των αιώνων, το “σπασμένο τηλέφωνο”… Και μεταδίδεται, έτσι, το μήνυμα τραγικά αλλοιωμένο, παραποιημένο!...
[… “Της γειτονιάς μας ο τρελός, όλα ανάποδα τα βλέπει…” θυμήθηκα τώρα πως τραγουδά ο τροβαδούρος…]
Σταθήκαμε, άραγε, ποτέ, σ’ ετούτη την παραφροσύνη που ζούμε, “σ’ αυτή την τρέλα που μας δέρνει” μήπως απομονωθήκαμε να στοχαστούμε, τι, άραγε, σημαίνει η λέξη “χρήμα”; Διαλογιστήκαμε ή συζητήσαμε με τον φίλο ή τον γνωστό ή τον συνάνθρωπό μας, από πού προέρχεται, ετυμολογικά, αυτή η λέξη; Σχετίζεται με τις λέξεις “χρήση”, “χρησιμοποιώ”… ή μήπως κάνω λάθος;
Και τότε, όμως, τι σχέση μπορεί να έχει με την φρενίτιδα του να συσσωρεύουμε το χρήμα… και όχι αυτό μονάχα, μα και να το κάνουμε να δείχνει περισσότερο κι απ’ όσο είναι, με διάφορα λογιστικά τερτίπια, που απεικονίζουν νούμερα, αριθμούς… δισεκατομμύρια και τρισεκατομμύρια… δολάρια, ευρώ και γιεν και ρούβλια… σε μια τεράστια φούσκα που κάποτε θα σκάσει (“στα μούτρα μας”!...) σε πολλά πολλά πολλά μηδενικά;!...
…Αγόραζε! Αγόραζε!... Τώρα που είναι φθηνά… Κι άλλες, κι άλλες μετοχές!.. Και γη… Αγόρασε γη… Και χτίσε! Χτίσε τη βίλα σου, το «παλατάκι» σου, έτσι ακριβώς όπως το ονειρεύτηκες, όπως το θέλεις… Τι; Σου στέκονται, σε πολλά, εμπόδιο οι υπάλληλοι του κράτους; Αγόρασέ τους!... Αγόρασε την αδιαφορία τους, την απραξία τους, την σιωπή τους, τις συνειδήσεις τους, αγόρασέ τους να «κάνουν τα στραβά μάτια»… Σου γίνονται εμπόδιο κι οι νόμοι; Αγόρασέ τους κι αυτούς! Δεν είσαι δα του επιπέδου της «πλέμπας» να αρκείσαι ακόμα στα «ετοιματζίδικα», στα «pret-a-porter», έτσι δεν είναι; Εσύ είσαι «άλλου επιπέδου» κι αγοράζεις «κατά παραγγελία» και «στα μέτρα σου»… Κι αν κάτι άλλο, απρόσμενο, κάποια στιγμή, σταθεί μπροστά σου, ένα «κεφάλι αγύριστο», ας πούμε, "που δεν παίρνει από λόγια" (μα και δεν παίρνει και χρήματα...)… ξέρεις εσύ… αγοράζονται ακόμα και ανθρώπινες ζωές, με τα «συμβόλαια θανάτου»… Μπορείς να αγοράσεις όσες θέλεις κι από δαύτες… …Τι άλλο φοβάσαι, δηλαδή; Μήπως την κριτική απ’ τους εκπροσώπους κάποιας θρησκείας;… Σάμπως δεν εξαγοράζονται κι αυτοί; Με δώρα πετυχαίνεις τη σιωπή τους… Ακόμα και συγχωροχάρτια εύκολα μπορείς εδώ κι εκεί να αγοράσεις…
…Έτσι είναι, πλέον, η ζωή: Όλα αγοράζονται. Κι όλα πουλιώνται…
Πούλα!... «Πούλα στο λίμιτ-άπ»!... Πούλα το «λίμιτ-απ»: Τις Αξίες, τις Αρχές σου, τα ιδανικά σου, τις σχέσεις τις ανθρώπινες, τις φιλίες, τα συναισθήματα σου!... Πούλα!... …Πούλα και την ψυχή σου στον διάβολο, βρε αδελφέ!... [Εκεί να δεις τι «μπάζα» θα κάνεις!...] ...Ένα να ξέρεις μόνο: Την ζωή, αιώνια, δεν μπορείς να την αγοράζεις… Ό,τι κι αν δώσεις… Ο θάνατος, που λες… ετούτος… όχι, δεν εξαγοράζεται!... [Μωρέ, γι’ αυτό, πολύ «τον πάω»!...]
Τίτλος; [της ανάρτησης…] Χρηματιστήριο. Χρηματιστήριο αξιών [Χωρίς ΑΞΙΕΣ!...] Χρηματιστήριο αξιών της σύγχρονης εποχής… …Δυστυχώς, με ένα σωρό «εγκλωβισμένους»… Κι ένα σωρό απ’ έξω, που κοιτούν και «ξερογλείφονται» και που δεν συμμετέχουν, όχι γιατί δεν θέλουν [:γιατί έχουν, δηλαδή, τάχατές μου, μέσα τους ΑΞΙΕΣ…], μα διότι δεν έχουν τα απαραίτητα κεφάλαια… Είναι μέχρι «να πιάσουνε κι εκείνοι την καλή»… Και να τους στείλουν, όλους κι όλα, κι αυτοί «στο διάολο»… Και να «ξεβρακωθούν» σ’ αυτόν, να ξεπουλήσουν την ψυχή τους…
…Πριν από μισό μήνα έγραψα [και ανάρτησα στο ιστολόγιό μου] ένα κείμενο για τους Έλληνες [http://seagullstefanos.blogspot.com/2007/12/blog-post_11.html], που κατέληγε με αναφορά [γιατί μου το θύμισε έντονα] στο σπουδαίο, και για μένα, βιβλίο του Νίκου Δήμου «Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας». Πάνω στο γραφείο μου, αυτή τη στιγμή, το βιβλίο που περιμένει και θα είναι το ακριβώς επόμενο που θα διαβάσω είναι το «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας» του Σίγκμουντ Φρόυντ [που ο τίτλος του μου θύμισε μόλις τώρα, συνειρμικά, το «Τα οκτώ θανάσιμα αμαρτήματα του πολιτισμού μας»]. Η Vassia –Parafyada τις προάλλες αναφέρθηκε στο βιβλίο «Η ανατομία της μελαγχολίας» [http://parafyada.blogspot.com/2007/12/2007.html], για το οποίο πρόσφατα διάβασα και αλλού… Πέραν τούτου, διαπίστωσα ότι υπάρχει και «τρέχει» (ή έτρεχε και σταμάτησε;) μια «σκυταλοδρομία» για μελαγχολικούς στίχους και μουσική. Κι η Καρπουζένια επανήλθε, εσχάτως, με ανάρτηση που έχει αναφορές στην μελαγχολία… [http://tokarpouzi.blogspot.com/2008/01/blog-post.html].
…Στο cd-player μου έχω από προχθές, και ακούω πηγαίνοντας και γυρίζοντας στην εργασία μου, το cd στο οποίο ο Μάνος Ελευθερίου διαβάζει [έξυπνη και ενδιαφέρουσα, κατ’ εμέ, ιδίως για κάποιες περιπτώσεις, η σχετική ιδέα των audiobooks, που ενώ στο εξωτερικό είναι διαδεδομένη, εδώ μόλις πρόσφατα κάνει δειλά βήματα…] τα διηγήματα του βιβλίου του «Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ». Και πολύ πρόσφατα τελείωσα το διάβασμα του βιβλίου του George Steiner «Δέκα (πιθανοί) λόγοι για την μελαγχολία της σκέψης». Που σας εξομολογούμαι πως το αγόρασα διότι με μαγνήτισε ο τίτλος, αλλά τελικά, διαβάζοντάς το, βρήκα σ’ αυτό άλλα απ’ αυτά που περίμενα [Ανεξαρτήτως της «απογοήτευσής» μου γι’ αυτό, πρόκειται για ένα σημαντικό βιβλίο, μικρό μεν και –συνεπώς- ελαφρύ, αλλά βαρύ στο περιεχόμενό του!...]. Ίσως τελικά να αποδειχθεί θετικό και δημιουργικό το ότι δεν διάβασα σ’ αυτό όσα περίμενα: να στρωθώ να γράψω αυτά που σκέπτομαι σχετικώς με το θέμα και δεν βρήκα γραμμένα…
«Δυστυχίες» από εδώ… «Μελαγχολίες» από εκεί… Μήπως «κινδυνεύω»;… Ησυχάστε!... Και «ευτυχείτε»! [μεγάλε Άλκη Στέα!]. Έχω διαβάσει -και θα αναφερθώ σ’ αυτά προσεχώς- και πάμπολλα βιβλία περί ευτυχίας!... Αλληλούια!... …Μήπως και τα γραπτά μου, τα κείμενά μου, αποπνέουν μια μελαγχολία; Ίσως δε ακόμα και η ζωή μου;… Σκέφθηκα ν’ ανοίξω το λεξικό και ν’ αντιγράψω, προς διευκόλυνση υμών και ημών, τον ορισμό της Μελαγχολίας. Αρκεί, όμως, αυτό; Μήπως πρέπει να ανοίξω και κανένα βιβλίο ψυχολογίας… αν όχι και ψυχιατρικής…. …Το αφήνω σ’ εσάς, αγαπητοί αναγνώστες. Τόσο επειδή δεν προλαβαίνω, όσο και επειδή [νομίζω πως] «δεν με αφορά» [Ποιος τρελός ή «τρελαμένος», θα μου πείτε, αντιλαμβάνεται την τρέλα του; Ποιος ανόητος της ανοησία του;… Ποιος «σοφός» την ανοησία του, επίσης… Ποιος «(φωτεινός) παντογνώστης» την… τύφλα του, την άγνοιά του;… Ποιος ημιμαθής την γελοιότητά του;…. Ποιος «καυχησιάρης» την μικρότητά του;… και πάει λέγοντας… «πάει μακριά η βαλίτσα»… αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, που μας ξεστρατίζει απ’ το θέμα μας…]
Συναρτάται, λοιπόν, σκεφτόμουν [και γι’ αυτό αγόρασα το προαναφερθέν βιβλίο] η σκέψη με την μελαγχολία; Κάποιος που σκέφτεται, μήπως είναι [νομοτελειακά και αυτονόητα] μελαγχολικός; Όχι για το ότι σκέπτεται… Μα γι’ αυτά που [έχει την ικανότητα να] σκέπτεται!... Αλλά και η γνώση δεν συνεπάγεται μελαγχολία;… Αυτό πιστεύω: Η άγνοια είναι ευτυχία. Που όμως εγώ [χαρακτηρίστε με όπως θέλετε! δεν μπορούμε δα ν’ αρέσουμε σε όλους!...] δεν θα ’θελα μια τέτοια ευτυχία!... Σκέφτομαι, για παράδειγμα… …Οι άνθρωποι που λιάζονταν μακάρια στις ακτές της Νοτιοανατολικής Ασίας, προ διετίας, ήταν ευτυχισμένοι, επειδή δεν γνώριζαν πως πλησιάζει το φονικό τσουνάμι, που επρόκειτο να τους στοιχίσει τη ζωή… …Οι καταναλωτές που δεν γνωρίζουν τις βλαβερές συνέπειες των διαφόρων «Ε» συστατικών, απολαμβάνουν ευτυχισμένοι όποια τροφή «λαχταρίσουν», υποσκάπτοντας την υγεία τους… [Τα παραδείγματα, βεβαίως, έχουν κι αντίθετη οπτική: Κι εμείς που γνωρίζουμε σχετικά, είμαστε ευτυχισμένοι που γνωρίζουμε, διότι έτσι μπορούμε να αποφεύγουμε και να προφυλασσόμαστε… Δύσκολα, λοιπόν, τα νοητικά παιχνίδια – παραδείγματα που επιχειρώ. Με παγιδεύουν!...]
Γνωρίζω πως σ’ όλο τον κόσμο, στο όνομα του Θεού και της [προσπάθειας απόδειξης;] θρησκευτικής υπεροχής και κατίσχυσης, γίνονται φρικτά εγκλήματα. Το γνωρίζω κι αυτό με κάνει να μελαγχολώ… Γνωρίζω πως κάποιοι, σ’ όλο τον κόσμο, εκπορνεύουν μικρά παιδιά. Ψυχή τε και σώματι. Και νιώθω μια αφόρητη μελαγχολία… Γνωρίζω πως μεγαλόπρεπες βίλλες των βορείων και των νοτίων προαστείων, κι απανταχού της γης, χτίστηκαν απ’ το εμπόριο των ναρκωτικών, που κόστισαν χιλιάδες ζωές. Κι η αυτή η γνώση μου, αιτία, επίσης, να μελαγχολήσω… Γνωρίζω επιτυχημένους, επαγγελματικά, ανθρώπους, που «πάτησαν επί πτωμάτων», πλούσιους που κέρδισαν «στύβοντας» εργαζόμενους… Και δακρύζω… Γνωρίζω [γιατί το είδα ξανά, πρόσφατα, σε βίντεο –και θα γράψω, ελπίζω, σύντομα γι’ αυτό] πως οι «λουσάτες» γούνες φτιάχνονται από ζώα οικτρά και απάνθρωπα (;!...) βασανισμένα… Γνωρίζω και κλαίω…
…Κλαίω και μελαγχολώ [και… «τούμπαλιν»…] γι’ αυτά που γνωρίζω… Μα και γι’ αυτούς που δεν γνωρίζουν. Συχνότατα από δική τους ευθύνη, διότι αυτή είναι η φιλοσοφία και ο τρόπος ζωής τους, δηλαδή η επιλογή τους… Κλαίω και μελαγχολώ και γι’ αυτούς που βιώνουν [ως επιλογή τους] και όχι απλά και μόνο τραγουδούν το «πίνω και μεθώ». Θεωρώντας πως έτσι λύνουν ή αντιμετωπίζουν τα προβλήματα που βλέπουν και γνωρίζουν [ήτοι, άλλως, στρουθοκαμηλίζοντας…]. Μελαγχολώ γι’ αυτούς που γνωρίζουν και επιλέγουν να ξεχάσουν, που αδιαφορούν για τα σημαντικά και τα σοβαρά, που «τυρβάζουν περί άλλων, ενώ ενός εστί χρεία», που προτιμούν να μην σκέφτονται…
Ο νους μου ξαναγύρισε, αίφνης, στο βιβλίο «Η μελαγχολία της πατρίδας μετά τις ειδήσεις των οκτώ». Δεν έχω ακόμα [πλήρη] εικόνα του περιεχομένου του βιβλίου. Ο τίτλος του, όμως, είναι αφορμή για σκέψεις… [Μελαγχολικές; Εσείς θα κρίνετε….] Είναι αλήθεια [και το έχω ακούσει από δεκάδες στόματα, από εκατοντάδες συμπολίτες μας…] πως «όταν παρακολουθείς τις ειδήσεις, θέλοντας και μη, σε πιάνει μια μελαγχολία»: Μελαγχολία για τα συμβαίνοντα στον κόσμο: Πόλεμοι, σφαγές, πείνα, φτώχεια, δυστυχία… Μελαγχολία για τις συγκρίσεις: μεταξύ βορρά και νότου, δύσης και ανατολής, πλουσίων και φτωχών. Μελαγχολία διότι οι εκφωνητές και (ιδίως) οι εκφωνήτριες, σε ενημερώνουν για όλες αυτές τις δυστυχίες, μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο. Για να φανεί η απαστράπτουσα οδοντοστοιχία τους…. Μελαγχολία διότι οι πολιτικοί φορούν, με τέχνη, μια προσποιητή μάσκα θλίψης και οδύνης, διότι αυτό επιβάλλουν οι image makers και ο σκηνοθέτης… Και ύστερα μαθαίνεις [αυτή η «ρημάδα» η πληροφόρηση, πηγή μελαγχολίας, πάλι…] πως η πλειοψηφία των νέων μεταξύ 16 και 26 ετών (νομίζω), ακριβώς επειδή έχουν μελαγχολήσει μ’ αυτή την μελαγχολία που εκπέμπουν τα άλλα κανάλια στις ειδήσεις τους, επιλέγουν να παρακολουθούν ένα συγκεκριμένο κανάλι […ονόματα δεν λέμε… υπολήψεις δεν θίγουμε… «πάτημα» για μηνύσεις δεν δίνουμε και… «όποιος έχει την μύγα μυγιάζεται»…]: Πού βρήκε, λέει, το αντίδοτο σ’ αυτή τη μελαγχολία: Παρουσιάζει χαζοχαρούμενα θέματα, για χαζοχαρούμενους ανθρώπους, που προσπαθούν πίσω από μάσκες, ολοχρονίς αποκριάτικες, να κρύψουν την βαθύτατη εσωτερική μελαγχολία τους… ….Όχι, πέστε μου!... Είναι να μην μελαγχολείς; [και πάλι…]
…Εντάξει, λες, πέρασε η ώρα των ειδήσεων, θα μας φύγει η μελαγχολία, ήρθε η ώρα της ψυχαγωγίας […Είδες; Πάλι «την πάτησα»: Μελαγχόλησα στην σκέψη πως χρησιμοποιούμε την λέξη «ψυχαγωγία» χωρίς να αντιλαμβανόμαστε το προφανές νόημά της. Κι αυτό συμβαίνει με πολλές – πολλές λέξεις που χρησιμοποιούμε άκριτα…]. Με τέτοιες σκουπιδοεκπομπές που συνήθως μας σερβίρουν, είναι να μην μελαγχολείς; Με τέτοιας στάθμης – υποστάθμης «χιουμοριστικές» σειρές, μπορείς να αποφύγεις τη μελαγχολία;… Γενικότερα: Στη σκέψη [αχ! Αυτή η «σκέψη», πάλι!...] πως οι Έλληνες βλέπουν περισσότερη τηλεόραση από κάθε άλλο ευρωπαϊκό λαό και διαβάζει λιγότερο απ’ όλους, εσείς δεν μελαγχολείτε; Στο ότι δεν βγαίνουμε από το σπίτι μας να αθληθούμε, αλλά καταντήσαμε οι πιο παχύσαρκοι, εσείς δεν βρίσκετε λόγο να μελαγχολήσετε;… [χμ… μην συνεχίσω να επαναλαμβάνω όσα είχα γράψει τις προάλλες στην ανάρτησή μου «Οι Έλληνες με πληγώνουν… (όχι η Ελλάδα)» ...διότι μου έρχεται μια νέα μελαγχολία, για το ότι στερεύω από νέες – πρωτότυπες ιδέες… κι είμαι ακόμα σε μικρή ηλικία…]
Η σκέψη, λοιπόν, φέρνει μελαγχολία… Κι η γνώση το ίδιο: φέρνει μελαγχολία… Αντίθετα η ανεμελιά και η αδιαφορία φέρνει ευτυχία. Έστω φαινομενική… Την ευτυχία των ανόητων, των «χαζοχαρούμενων»… Και, όπως έγραψα παραπάνω, «η άγνοια είναι ευτυχία»... …χμμμ! Αυτόν τον κανόνα μην τον θεωρήσετε «θέσφατο» και μάλιστα με γενική ισχύ. Διότι, στην πραγματικότητα, ο κανόνας αφορά μόνο τα μικρά και τα ασήμαντα!... Γι’ αυτό και αρνούμαι για τον εαυτό μου μια τέτοια «ευτυχία»! Προτιμώ την «μελαγχολία» μου. Που τις υπέρτατες – ακραίες εκφάνσεις της αφορά και άπτεται του θεμελιώδους φιλοσοφικού ερωτήματος της ζωής, της σύντομης διάρκειάς της, της «ματαιότητάς» της (για κάποιους) κ.λπ. Θυμάστε, όμως, που έγραψα παραπάνω, ότι δεν με αφορά και δεν φοβούμαι μια ψυχιατρικού τύπου και βαρύτητας μελαγχολία. Είναι διότι νιώθω ότι η διαρκής μελαγχολία που νιώθω έχει μέσα της τον δημιουργικό και ζωογόνο σπόρο του αγώνα και της αντίστασης κατά των αιτίων που την προκαλούν. Διότι γνωρίζω ποια είναι τα αντίδοτα σε κάθε μορφή και έκφανση μελαγχολίας: είναι οι Αρχές, οι Αξίες, οι Ιδέες, τα Ιδανικά, ο Αγώνας για καταπολέμηση των κακώς κειμένων, η Μάχη για Αυτογνωσία και Πνευματική Πρόοδο, η Ανάταση της Ψυχής, η Πορεία προς τον Θεό ή την Θέωση!... [:Αυτά είναι πολύ μεγάλα θέματα για να τα’ αγγίξω τώρα…] Κι αυτή η γνώση [:η γνώση των αντίδοτων στην μελαγχολία, στα οποία μόλις αναφέρθηκα] είναι [νιώστε με και πιστέψτε με!...] η μεγαλύτερη ευτυχία!...
“Παγκοσμιοποίηση”. Δεν χρειάζεται, τώρα, να σου εξηγήσω τι σημαίνει, έτσι δεν είναι; Το ξέρεις ήδη, σου είναι γνωστό. Την λέξη την πιπιλίζεις και συ συχνότατα τελευταία (μην ανησυχείς, δεν είναι δα ντροπή αυτό!…) και, βέβαια, την έννοιά της “την παίζεις στα δάχτυλα”. Μπράβο σου γι’ αυτό, ειλικρινά!
“Παγκοσμιοποίηση”, λοιπόν… Υπέρ ή κατά; Δεν χρειάζεται να μου απαντήσεις. Η ψηφοφορία, άλλωστε, είναι μυστική [Θα έγραφα, ακόμη, ότι η ψήφος σου, η ψήφος μας, ίσως να μην λαμβάνεται καν υπ’ όψη, αλλά “τι να λέμε τώρα…”, “αυτή είναι μια μεγάλη ιστορία…”, άσ’το καλύτερα!…] Κι όμως, είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ενδόμυχα θα απαντήσεις “κατά” [Γιατί, διαφορετικά, πώς η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων φαίνεται να τοποθετείται αρνητικά;] [Εμένα θα μου επιτρέψεις να μην πάρω θέση. Άλλωστε δεν είναι αυτό το ζήτημά μας, θα δεις…] “Κατά”, λοιπόν. Γιατί; Προφανώς επειδή είναι πολύ “της μόδας” ή “είναι in” κάτι τέτοιο. “Όχι”, μου απαντάς κατηγορηματικά. Η άρνηση και η αντίθεσή σου είναι συνειδητές, προϊόν δικής σου σκέψεως. Εσύ προσπαθείς να μην άγεσαι και φέρεσαι, εσύ ξέρεις τι θέλεις, τι κάνεις, τι σε εκφράζει, εσύ είσαι ο εαυτός σου. Μπράβο! Χαίρομαι για σένα, ειλικρινά!
Θα ξέρεις, φυσικά, και θα συμφωνείς μαζί μου και (τι τιμή και για τους δυό μας!…) με τον Αρχιεπίσκοπο Τιράνων και πάσης Αλβανίας κ. Αναστάσιο, ότι “η παγκοσμιοποίηση δεν είναι μόνο οικονομική διαδικασία”, αλλά “πρόκειται για άμεση ή έμμεση επιβολή ενός συστήματος σκέψεως που αγνοεί ή και καταστρέφει τις ιδιαιτερότητες των επί μέρους λαών και ανθρώπων και παραμερίζει ή και διαλύει αξίες όπως η φιλία, η εντιμότητα, η εγκράτεια, προβάλλοντας ένα καταναλωτικό πρότυπο με αδιάκοπη επιδίωξη κέρδους, υπό την επίδραση του οποίου συχνά συνθλίβονται οι ανθρώπινες σχέσεις” [“Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία”, σελ. 249-250]. Η παγκοσμιοποίηση, συνεπώς, “συνδέεται με την εισβολή ενός πολιτισμού, οι δημιουργοί του οποίου ισχυρίζονται ότι είναι ο καλύτερος” [ό.π., σελ. 249 παρ. τελ.]. “Τα ποικίλα μέσα ενημερώσεως (…) αδιάκοπα τροφοδοτούν τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο με πρότυπα ζωής που κατασκευάζονται σε συγκεκριμένα κέντρα και εξυπηρετούν ιδιοτελείς στόχους” [ό.π., σελ. 245 παρ.2]
Τα ξέρεις όλ’ αυτά, έτσι δεν είναι; Και τι κάνεις εσύ, πώς αντιδράς σε όλα αυτά; “Εγώ αντιστέκομαι”, ίσως μου πεις. Ξέρεις κάτι, όμως; Το ίδιο μου είπε και ο διπλανός σου, και ο γείτονάς σου, και ο συγγενής σου και… και… Και αναρωτιέμαι, λοιπόν, που λες κι εγώ: Αν έτσι συμβαίνει με όλους, τότε “πώς καταντήσαμε έτσι; μου λες;” Γιατί… μη μου πεις ότι είσαι ευχαριστημένος με την κατάστασή μας, έτσι; “Δεν θα ’πρεπε να το λέει αυτός και αυτός και εκείνος”, ίσως μου πεις. “Γιατί έχω ράμματα για τη γούνα τους”…
Κι αν μου πουν κι εκείνοι το ίδιο για σένα, τότε τι κάνουμε, αναρωτιέμαι… [Αλήθεια, θυμάσαι εκείνο το ευαγγελικό “τι δε βλέπεις το κάρφος το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου, την δε εν τω σω οφθαλμώ δοκόν ου κατανοείς;” (Ματθ. ζ’ 3). Τι να λέμε τώρα!…]
Το ερώτημά μου παραμένει: Αν δεν φταις εσύ, αν δεν φταίει αυτός ή εκείνος, αν δεν φταίει κανένας, τότε… ποιος ή τι φταίει, μπορείς να μου πεις;
Ακόμα κι αν φταίει και ο άλλος, ο οποιοσδήποτε άλλος, όλοι οι άλλοι, μήπως νομίζεις ότι μπορείς να τον διορθώσεις;.. …Τον εαυτό σου, όμως, αν έχει κι αυτός μερίδιο ευθύνης;… Κοίταξε στον καθρέφτη, κοίταξε μέσα σου και πες μου… ή μάλλον… μη μου πεις, απλώς στοχάσου… αυτός είναι ο εαυτός σου που ονειρεύτηκες; Αυτά ήταν τα ιδανικά σου, οι στόχοι σου, οι αξίες σου; Αυτό είχες θελήσεις για σένα;… …Να είσαι όλη μέρα στο κυνήγι του χρήματος; Να θεωρείς σημαντικό πρόσωπο αυτούς που “δεν ξέρουν τι έχουν”; Να έχεις ή να είσαι; Σκέψου… ή μάλλον… νιώσε… ποιες ήταν οι στιγμές που ένιωσες πραγματικά ευτυχισμένος; Πότε ένιωσες να πλημμυρίζει το είναι σου η έννοια “άνθρωπος”;… …Μήπως λοιπόν… λέω… μήπως… θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες μας; Μήπως εκτός απ’ το χρήμα και τα πλούτη, θα πρέπει να ξανασκεφτούμε το σύστημα σκέψεως και ιδεών και τις αξίες που έχουμε παραγνωρίσει, που παραμερίσαμε, που αφήσαμε να διαλυθούν και που μας τις θυμίζει ο εκλεκτός ιεράρχης;…
Πρώτ’ απ’ όλα πρέπει, νομίζω, να καθορίσουμε τι θέλουμε, πού δίνουμε προτεραιότητα… Επιλέγουμε ως στόχο έναν άνθρωπο φορτωμένο γνώσεις τεχνοκρατικές ή προτιμούμε έναν άνθρωπο καλλιεργημένο, φιλοσοφημένο, ισορροπημένο; (Δεν είναι άσχετο και το δίλημμα «Επιτυχία ή Ευτυχία;»…). Θυμίζω, πάντως, το αρχαιοελληνικό «Πολλοί πολυμαθέες νόον ουκ έχουσι».
Προσωπικά έχω επιλέξει και προτείνω τον άνθρωπο και όχι τον υπεράνθρωπο που γίνεται υπάνθρωπος… Τον άνθρωπο εκ του άνω + θρώσκω, με αρχές, αξίες και ιδανικά, τον θηρευτή του καλού καγαθού, τον αγωνιστή… …Δικαίωμα σας να αποφασίσετε διαφορετικά, να επιλέξετε τον ευδαιμονισμό (αντί για την ευδαιμονία), την διασκέδαση (αντί για την ψυχαγωγία), την επιτυχία με κάθε μέσο και τρόπο, την αναγόρευση των χρημάτων και του πλούτου σε υπέρτατη αξία ζωής, το να μπορείς (και να σου επιτρέπεται…) να αδικείς αρκεί να μη γίνεις αντιληπτός, το «φαίνεσθαι» και το «έχειν» αντί του «γίγνεσθαι» και του «είναι»… [«Να έχεις ή να είσαι;», ρωτά διάσημος διανοητής…] Δικαίωμά μας, βέβαια, συμ-πολίτες μου αγαπημένοι. Ελεύθεροι άνθρωποι πλαστήκαμε δα. Με νόηση και κρίση. Δούλοι όμως, τελικά, θέλοντας και μη, των… ελεύθερων επιλογών μας… …Νομίζω, όμως, πως δεν έχουμε μετά δικαίωμα να μεμφόμαστε τους άλλους, όταν οι δικές τους επιλογές (που ταυτίζονται ουσιαστικά με τις δικές μας επιλογές!), επαναλαμβανόμενες στο πλαίσιο της κοινωνίας μας και, συνεπώς, μεγεθυνόμενες και πολλαπλασιαζόμενες (κατ’ αριθμητική ή γεωμετρική πρόοδο…) στρέφονται εναντίον μας και, το σπουδαιότερο, δημιουργούν μια κοινωνία που όλους μας ενοχλεί και κανένα μας δεν κάνει περήφανο…. Δεν είναι δα και δύσκολο να το καταλάβουμε: Κατηγορούμε, όλοι μας, τον έμπορο για αισχροκέρδεια. (Όλοι μας, εκτός από τον ίδιο τον έμπορο, βέβαια…). Ο έμπορος, όμως, μαζί με όλους τους άλλους, μέμφεται, με τη σειρά του, τον υπάλληλο που του ζήτησε «φακελλάκι» για να διεκπεραιώσει τη δουλειά του. (Ο ίδιος ο υπάλληλος το βρίσκει φυσικό και αυτονόητο, αφού «αυτό κάνουν όλοι», αρκεί να μην τον πιάσει η Δικαιοσύνη…). Ο υπάλληλος (που δεν τα βάζει με τον εαυτό του…) τα έχει βάλει με τον υδραυλικό του, που, βιαστικά και ανεύθυνα, έκανε «προχειροδουλειά» (μια «αρπαχτή»!...) κι έτσι πλημμύρισε το σπίτι του. Του υδραυλικού, πάλι, καθόλου «δεν του καίγεται καρφί» για τα παράπονα. Αυτός έχει άλλα που τον προβληματίζουν σοβαρά: Ο γιατρός του, του διέγνωσε πρόσφατα καρκίνο, προφανώς από τις βλαβερές ουσίες που έβαζε ο ιχθυοπώλης της γειτονιάς για να συντηρήσει τα μπαγιάτικα ψάρια του… Ο ψαράς δεν χαίρεται πια που οι δουλειές του πάνε καλά, αφού συστηματικά ξεπουλά χωρίς απώλειες. Ο ψαράς έχασε χθες τον γιό του, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Έσκασε το λάστιχο, την ώρα που έτρεχε στην Εθνική Οδό με 130 χιλιόμετρα την ώρα. Κανείς δεν θα μάθει, ίσως, πως μόλις την παραμονή είχε αλλάξει λάστιχα, και κάποιος, ενώ του πούλησε τέσσερα καινούργια, το ένα απ’ αυτά που τοποθέτησε ήταν μεταχειρισμένο, γιατί ήταν «φύρα» στο κατάστημά του. Μα και να το μάθουν και να τον πάνε στο δικαστήριο, ας είναι καλά ο δικηγόρος του, απ’ τους καλύτερους της πόλης. Που, παρεμπιπτόντως, μπορεί να έχασε κι αυτός, συμπτωματικά, τον αδελφό του από την ίδια ακριβώς αιτία (και τη συμπεριφορά κάποιου άλλου εμπόρου ελαστικών), πρόθυμα όμως θ’ αναλάβει, με ελαφρά συνείδηση αλλά έναντι ‘βαριάς’ αμοιβής να υπερασπίσει τον κατηγορούμενο. Και θα προσπαθήσει να πείσει τους Δικαστές πως ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος είναι «υπόδειγμα ήθους και επαγγελματικότητας»…Και αν τελικά δεν καταφέρει να τους πείσει, θα προσπαθήσει ίσως «να τους τα χώσει», για να επιδικάσουν πολύ μικρότερη αποζημίωση απ’ αυτήν που θα έπρεπε. «Έτσι κι αλλιώς η αποζημίωση είναι ικανοποιητική», θα σκεφθεί ο δικαστής, για να νιώσει «εντάξει» με τη συνείδησή του, που ούτως ή άλλως αποδεικνύεται ναρκωμένη… «Τι ασυνειδησία, Θεέ μου!», θα πει ο δικαστής το ίδιο εκείνο βράδυ, αναφερόμενος (όχι στον εαυτό του, αλλά) στον έμπορο κρεάτων που η τηλεόραση παρουσιάζει πως προσπάθησε να «σπρώξει» στην αγορά μεγάλη ποσότητα αλλοιωμένων κρεάτων… Και δεν θα μάθει, ίσως, ποτέ, πως η είδηση βγήκε στον αέρα, επειδή ο άξιος και «αδέκαστος» δημοσιογράφος, δεν κατάφερε να «τα βρει» με τον έμπορο… [Θα μπορούσα να γράψω κι άλλα πολλά. Ατέλειωτα. Όχι «παραμύθια». Ιστορίες. Αληθινές, καθημερινές ιστορίες, διασταυρωμένων πεπρωμένων…] Ποιος φταίει;.. [Να’ταν μόνο ένας;…] Λάθος ερώτηση! Τι φταίει;… Να η ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί. Φταίει που «πήραμε τη ζωή μας λάθος»… Και πρέπει «ν’ αλλάξουμε ζωή»!... Να αλλάξουμε ρότα!... [«Και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί, να κατρακυλήσεις στου κακού τη σκάλα, για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί, θα αισθανθείς να σου φυτρώνουν, ώ χαρά, τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά σου, τα μεγάλα», γράφει, αν θυμάμαι καλά, ο ποιητής…] Στο «τι φταίει» η απάντηση είναι: Οι ιδέες μας, οι αξίες μας, ο λάθος σκοπός ζωής… κι ένα σωρό άλλα… Στο «ποιος φταίει;», πρέπει ο καθένας μας να απαντήσει: «Εγώ φταίω!». Εγώ είμαι υπεύθυνος γι’ αυτό το κατάντημα και… εγώ θα σώσω τον κόσμο! [Η εύκολη λύση, βεβαίως, είναι αυτό που μέχρι τώρα λέμε, λίγο – πολύ, όλοι μας: «Δεν βαριέσαι!... Εγώ θα σώσω τον κόσμο; Ας κάνουν άλλοι την αρχή. Ας κάνει κάτι η κυβέρνηση, η πολιτεία, οι αρμόδιοι…», δηλαδή, σε τελική ανάλυση, όλοι οι άλλοι εκτός από εμάς, που, κατά τη γνώμη μας, είμαστε οι μόνοι μη- αρμόδιοι!...]
Ναι, λοιπόν! Εγώ θα σώσω τον κόσμο! [Ο κάθε «εγώ» από εμάς!...] Κι αν δεν σωθεί ο κόσμος, θα φταίω εγώ!... …Νιώθεις βαριά μια τέτοια ευθύνη; Είναι, ίσως, που τόσο καιρό μάθαμε – «καλομάθαμε» - κακομάθαμε και συνηθίσαμε στις εύκολες λύσεις, στο «ου μπλέξεις», στο να περπατάμε χωρίς ευθύνες, με τα χέρια στις τσέπες… ...Και πού φθάσαμε;… «Παρ’ το αλλιώς!». Αν μη τι άλλο, για να δοκιμάσεις μήπως και βρεθεί λύση... Δες το αλλιώς! Αισιόδοξα! Πότε είχες ξαναπεί: «Εγώ θα σώσω, εγώ θ’ αλλάξω τον κόσμο»; Ήσουν νέος, θυμάσαι; Έφηβος. Σκέψου τη στιγμή. Ξανα-ζήσε τη στιγμή! Ουσιαστικά, σε βάθος… Πές μου, δεν νιώθεις και πάλι πιο νέος, πιο ζωντανός, με την καρδιά σου να χτυπάει πιο έντονα; Δεν νιώθεις να έχεις, πάλι, ένα σκοπό ζωής;.. Να σου πω και κάτι άλλο αισιόδοξο; Μπορεί να αλλάξει εύκολα αυτός ο κόσμος. Αρκεί ν’ αλλάξει ο καθένας τον εαυτό του. Τόσο απλά!... Θυμάμαι το παράδειγμα που έλεγε ένας φωτισμένος Πατέρας: Ένα puzzle με δύο όψεις. Στην μία ο χάρτης της υφηλίου (ή της Ελλάδας). Στην άλλη πλευρά του puzzle, η απεικόνιση ενός ανθρώπινου σώματος. Δώσε το σε ένα παιδί. Ή και σε ένα ενήλικα. Τι είναι ευκολότερο; Να φτιάξει τον χάρτη ή το ανθρώπινο σώμα, όταν μάλιστα έχει ανά πάσα στιγμή μπροστά του, να δει ή να ψηλαφίσει, τον ίδιο του τον εαυτό; Κι όταν πιά το φτιάξει, γυρίζει το puzzle ανάποδα και… να’σου ο κόσμος, φτιαγμένος!!... Τόσο απλά σου λέω!... …Θυμήθηκα κι εγώ τα νιάτα μου. Κι εκείνο που είχα διαβάσει, τότε, και με σφράγισε για μια ζωή: «Αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, πώς θα λάμψουν τα σκοτάδια;»… …έγραφε ο ποιητής. Ποιητής ήθους και ποιότητος, οραματιστής αξιών, προάγγελος ενός κόσμου πιο φωτεινού, πιο λαμπερού, πιο ανθρώπινου…
Θυμήθηκα και κάτι ακόμα. Για την ακρίβεια δεν το ξέχασα ποτέ, όσην ώρα γράφω. Πως δηλαδή ξεκίνησα να γράψω περί παιδείας, καλλιέργειας, σοφίας… Θα επανέλθω σ’ αυτά. Οι αρχές, οι αξίες, τα ιδανικά, δεν είναι τίποτε άλλο από τα… κομμάτια του puzzle για να φτιάξουμε τον εαυτό μας… και συνεπώς τον κόσμο!...
· Πολύ λόγος έγινε πρόσφατα περί παιδείας. · Λέμε λόγια, γιατί δεν πράττουμε έργα. Και πρέπει να καλύψουμε το κενό, την απραξία μας. Να την δικαιολογήσουμε… (Και να «δικαιολογηθούμε»…) · Δείγμα της παιδείας μας!... · «Όχι παίζουμε», που λένε… · Ναι, παίζουμε, στην πραγματικότητα. Και μάλιστα «παίζουμε εν ού παικτοίς». Σ’ αυτά που δεν είναι ζητήματα για να παίζουμε… · Όταν οι μεγάλοι παίζουν, παλιμπαιδίζοντας, με τόσο σοβαρά ζητήματα, τότε πώς να αποκτήσουν παιδεία τα παιδιά;… · Παιδεία, λοιπόν. Η κατά γενική ομολογία και συμφωνία «μεγάλη ασθενής». · Σ’ αυτό συμφωνούμε όλοι. Πού διαφωνούμε μεταξύ μας; Στο «τις πταίει;»!... · [Και μη μου πείτε ότι είναι πολύ βαρύγδουπο το ερώτημα, καθώς παραπέμπει αλλού αυτή η φράση, διότι φοβούμαι πως είμαι έτοιμος να προχωρήσω και πιο πέρα, στο ότι κινδυνεύουμε «δυστυχώς να πτωχεύσουμε»… Ως χώρα, ως κουλτούρα – πνευματικότητα, ως λαός…]
«Φταίει το κράτος» · [Έτσι, αφηρημένα και αόριστα: «το κράτος». Απρόσωπα!...] · «Φταίει η κυβέρνηση ή οι κυβερνήσεις». Που δεν αυξάνουν τις δαπάνες της παιδείας… · [Λες και οι λαοί δεν έχουν τις κυβερνήσεις που τους αξίζουν…] · [Να «τσοντάρουμε» κι εμείς, βρε παιδιά, να φθάσουμε το 4 ή 5% του Α.Ε.Π., αν πρόκειται έτσι να δοθεί λύση στο πρόβλημά μας…] · Ναι, φίλοι μου, κι εγώ συμφωνώ να δοθούν «περισσότερα λεφτά για την παιδεία», μα νομίζω πως το πρόβλημα δεν είναι (μόνο) εκεί… · [Και φοβούμαι πως εντοπίζοντας το ζήτημα μόνο στην οικονομική διάστασή του, πέφτουμε στην μεγάλη παγίδα (και λάθος) του σύγχρονου κόσμου, να αποτιμά τα πάντα με μέτρο το χρήμα…]
«Φταίνε οι δάσκαλοι»… · …που, αστόχαστα, παρασυρμένοι από επαγγελματίες συνδικαλιστές, προβάλλουν πάντοτε οικονομικά αιτήματα στις κινητοποιήσεις τους, ενίοτε «πασπαλισμένα» με επίφαση και θεσμικών αιτημάτων, για να ’ναι πιο ευκολοπαρουσίαστα και εύπεπτα από την κοινωνία. · …που ξεχνούν (συχνά ή ενίοτε) το λειτούργημα και την αποστολή τους, έτσι που την διδάχτηκαν όχι στα έδρανα τα πανεπιστημιακά (εκεί, ίσως, έπαψε να διδάσκεται εκεί και χρόνια), μα έμπρακτα από τους ίδιους τους δασκάλους τους… · …που υποβιβάζουν κάποτε [φταίει η «κακούργα η καθημερινότητα», η ανάγκη, «η άτιμη η κοινωνία» ή «ο κακός μας ο καιρός»…] το λειτούργημά τους σε μάχη απλά και μόνο «για τη θεσούλα και τη βολή» και απαιτούν να μην κρίνονται και να μην ελέγχονται από άλλους [Καλά, δεν είναι δα και οι μόνοι! Κάθε άλλο, μάλιστα. Αυτή είναι η απαίτηση του μέσου Έλληνα…] · Μου έλεγε, όμως, ένας δάσκαλος τις προάλλες, στα πλαίσια μιας συζήτησης [συ-ζήτησης, χωρίς κραυγές, με «ευήκοον ουν» εκατέρωθεν]: Ο δάσκαλος (πόσο δε μάλλον ο καθηγητής) στις μέρες μας, δεν έχει και δεν μπορεί να έχει τον ρόλο που είχε παλαιότερα, ακόμα και για τα παιδιά της πρώτης δημοτικού, μεταξύ άλλων λόγων και διότι οι γονείς, ενώπιον των παιδιών τους, όχι απλώς «απομυθοποιούν» τον δάσκαλο, αλλά και εκφράζονται υποτιμητικά – καταφρονητικά γι’ αυτόν…
«Φταίνε [και] οι γονείς», λοιπόν. · Ναι, το δίχως άλλο. Και όχι τόσο ή όχι μόνο για το παραπάνω, μα και «για ένα σωρό» άλλους λόγους… · ….που θεωρούν, για παράδειγμα, πως η παιδεία «αγοράζεται»… · …που νομίζουν πως παιδεία είναι (μόνο) η μόρφωση. Πως παιδεία είναι οι βαθμοί. Και όχι (κυρίως) η καλλιέργεια. Ο χαρακτήρας!... · …Που είναι πρόθυμοι και αρκούνται να πληρώσουν δασκάλους και φροντιστές για ιδιαίτερα μαθήματα (ήδη από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού!...) και δεν μπορούν ή δεν σκέφτονται να αφιερώσουν οι ίδιοι λίγο χρόνο στα παιδιά τους… · [Το θέμα, εδώ, είναι ακόμα μεγαλύτερο, ακόμα τραγικότερο… Διότι (νομίζουν πως) «αγοράζουν» την αγάπη των παιδιών τους, όχι με χρόνο και συντροφικότητα, αλλά κερδίζοντας περισσότερα χρήματα, «για τα παιδιά τους» από την εργασία τους… ] · [«Τι να λέμε τώρα»;… Τι να πρωτοειπώ;…] · …που, γυρνώντας στο σπίτι από την εργασία τους [αυτή φταίει για όλα και, όπως πάντα, «η άτιμη κοινωνία» και η «κακούργα η ανάγκη»…], δεν έχουν χρόνο, διάθεση και δύναμη ν’ ασχοληθούν με τα παιδιά τους και προτιμούν την (εύκολη και «βολική») λύση να τα αφήσουν «παρκαρισμένα» εμπρός στην τηλεόραση!...
«Φταίει η τηλεόραση». · Αυτή κι αν φταίει!... · [Πανθομολογούμενο; Όχι δα! Θα ακούσεις και διαφορετικές φωνές. Από κάποιους που θέλουν έτσι να γίνουν γνωστοί και αναγνωρίσιμοι, τα… «νούμερα», ή στοχεύουν σε νούμερα (…της A.G.B.!...)] · Προφανώς «δεν φταίει το όργανο, το μέσο (δηλαδή το Μ.Μ.Ε.), φταίει ο τρόπος χρήσης του»… · Είναι «φυσικό», δυστυχώς, οι επιχειρηματίες των Μ.Μ.Ε. να μην νοιάζονται για την ποιότητα [Κι ας γίνεται αυτό, μακροπρόθεσμα, ‘μπούμεραγκ’ και για αυτούς τους ίδιους, την οικογένειά τους, τα παιδιά τους…] · Εμείς, λοιπόν, τι κάνουμε απέναντί τους; · Συνήθως παίζουμε απλά και μόνο… την κολοκυθιά: -Κλείστε την τηλεόραση, γονείς, αν δεν σας αρέσει. –Και γιατί να κλείσουμε την τηλεόραση εμείς; -Τότε τι να κάνουμε; -Να την διορθώσετε εσείς οι δημοσιογράφοι! –Και γιατί να την διορθώσουμε εμείς; Αφού «πουλάει», αφού την βλέπετε!... (κ.λπ. κ.λπ.) · Ένας φαύλος κύκλος, δηλαδή…. · [Επιτρέψτε μου, για την ώρα, να αφήσω το θέμα της τηλεόρασης, καθώς μάλιστα σκοπεύω να επανέλθω σύντομα στο θέμα, «δριμύτερος» και εμπεριστατωμένως…]
· Να επανέλθουμε στους γονείς: · Αν κάνουμε μια δημοσκόπηση [δηλαδή, για όσους δεν έχουν… «ελληνόφωνη παιδεία», ένα γκάλλοπ] και ρωτήσουμε τους γονείς «ποιοι έχουν ευθύνη για όλη αυτή την κατάσταση της παιδείας»… · …μέχρι που «παίζω στοίχημα» πως η μεγάλη τους πλειοψηφία θα μας πει πως «για όλα αυτά, τα μόνα που δεν φταίνε είναι τα παιδιά!» · Και εξηγείται ψυχολογικά η απάντησή τους, διότι έτσι προσπαθούν ή νομίζουν πως είναι «σύγχρονοι, μοντέρνοι και προοδευτικοί», πως έτσι «ξορκίζουν», θαρρούν, το «χάσμα των γενεών», μα στην πραγματικότητα ίσως απλώς να δίδουν «άλλοθι» στον εαυτό τους, για τον τρόπο που ανέτρεψαν τους γόνους τους… · Διότι στις ημέρες μας ιδίως, όσο πιο μακριά είμαστε από τις νέες γενιές, απ’ τα παιδιά μας, από τις σκέψεις τους, τα συναισθήματά τους, τις αγωνίες τους, όσο λιγότερο χρόνο τους αφιερώνουμε και όσο λιγότερο επικοινωνούμε ουσιαστικά μαζί τους, τόσο πιο εύκολα τους λέμε «ναι» και τους «χαϊδεύουμε τα αυτιά», μήπως και τα «κερδίσουμε» έτσι, ή… «περισώσουμε ό,τι μπορούμε»… · Μα εγώ, ο εκ του ασφαλούς (κρυμμένος στην ανωνυμία μου…) συντάκτης του παρόντος κατηγορητηρίου (κατά δικαίων και αδίκων!...) δεν έχω φόβο και μπορώ να το γράψω. Πως, δηλαδή….
…«Φταίνε και τα παιδιά». · Κι εμείς, όταν φταίνε, οφείλουμε (μέχρις εκεί που φταίνε και μόνον!) να τους το λέμε…
· Συμπέρασμα; · Όλοι μας φταίμε! · [Και οφείλουμε να αναλάβουμε το μερίδιο της ευθύνης που μας αναλογεί. Και να το διορθώσουμε!] · Και πρώτα από όλους, βεβαίως, φταίω εγώ! Εγώ, ο ανώνυμος τρόπον τινά «λιβελλογράφος», που μένω ανώνυμος γιατί είμαι ένας από όλους εσάς και μπορώ να πάρω το όνομα του καθενός σας και, ως δάσκαλος ή ως δημοσιογράφος, ως γονέας ή ως παιδί, πλέον, να προσυπογράψω όσα από τα παραπάνω «με συμφέρουν», ανάλογα με την ιδιότητά μου…
· Μα εδώ δεν βρισκόμαστε γι’ αυτό. · Εδώ προσπαθούμε να ψάξουμε να βρούμε την αλήθεια. · Με τόλμη και γενναιότητα. · Να βάλουμε το χέρι «επί των τύπων των ήλων» · Και να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας. · Ο καθένας τα δικά του λάθη! · Όχι τα λάθη των άλλων… · Διότι ο καθένας μόνο τα δικά του λάθη μπορεί να διορθώσει. · Μάταια θα χρονοτριβεί αν προσπαθεί να διορθώσει όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό του… · Όλοι μας κατηγορούμε όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό μας για το «κατάντημα της κοινωνίας μας» και για «τα χάλια της παιδείας μας». · Και το κάνουμε αυτό διότι… αυτή είναι η δική μας παιδεία!...
· Διότι είτε δεν μάθαμε (και όχι «δεν μας έμαθαν»…) είτε ξεχάσαμε αρχές, αξίες και κανόνες… · Όπως το «ένδον σκάπτε». · Το «γνώθι σαυτόν». · Την αγωνία και τον αγώνα για το «καλό και τ’ αγαθό»!... · Το «ό σύ μισήσεις, ετέρω μη ποιήσεις». · Ή, ακόμα καλύτερα, το «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ποιείτε και υμείς αυτοίς ομοίως». · Το «αγαπάτε αλλήλους» [Χωρίς να περιμένεις ανταπόδοση από τους άλλους και χωρίς να περιμένεις να σε αγαπήσουν πρώτοι αυτοί…] · Το «αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, πώς θα λάμψουν τα σκοτάδια;»!...
· Παιδεία σημαίνει αρχές, αξίες, κανόνες, καλλιέργεια, ενδοσκόπηση, προσωπικός αγώνας….