Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνείδηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συνείδηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Είσαι (Έλληνας, Χριστιανός κ.λπ.) από τύχη ή από ελεύθερη απόφαση;…


Νομίζω πως το ’χω ξαναγράψει, το πόσο κατανοητή (μου) ακούγεται η φράση “η μάνα μου είναι η καλύτερη μάνα του κόσμου”. Ή, αντίστοιχα, “το παιδί μου…”. Ή, επίσης, “το χωριό μου είναι το πιο όμορφο χωριό της Ελλάδος”… Ή/και “του κόσμου ολόκληρου”… Και, βεβαίως, “η Ελλάδα μας είναι η ομορφότερη χώρα του κόσμου”. Και “οι Έλληνες είναι ο πιο ντόμπρος… ή ο πιο γλεντζές… ή ο πιο φιλότιμος λαός της γης”“ο πιο ιδιαίτερα μοναδικός λαός της γης”… Ακόμα και “ο περιούσιος λαός της γης

Βεβαίως, αυτό το τελευταίο, για “περιούσιο λαό”, έχει λεχθεί και εξακολουθεί να λέγεται και για άλλους. Για τους Εβραίους, για παράδειγμα. Και όχι μόνο!... Διότι λέγεται ή δεν λέγεται μεν αλλά εννοείται ή υπονοείται και για άλλους λαούς και τις χώρες τους, π.χ. για τους Γερμανούς (και τους Άρειους), για τους Άγγλους, για τους Γάλλους, για τους Αμερικανούς κ.λπ. κ.λπ….


Λοιπόν, όλες αυτές οι φράσεις μου φαίνονται τόσο κατανοητές μεν, αλλά και τόσο ακατανόητες ταυτοχρόνως…

Τόσο “λογικές”, αλλά και τόσο παράλογο να τις νιώθουν και να τις λένε κάποιοι, που να θέλουν (ή να “πρέπει”) να γίνουν αποδεκτές!...


Κατανοώ πως κέντρο του κόσμου του καθενός μας είναι ο εαυτός του. Ο καθένας μας είναι, για τον εαυτό του, η αφετηρία, ο παρατηρητής, το κριτήριο, το σημείο αναφοράς κ.λπ. κ.λπ.

Κατα-νοητό και αυτο-νόητο!...

…που, όμως, φευ, εύκολα μπορεί να κατα-ντήσει και α-νόητο!....

Είχα γράψει παλαιότερα (βλέπε εδώ: http://spourgitistefanos.blogspot.com/2009/01/blog-post_11.html) πως παλαιότερα, πριν από κάποιους αιώνες, κοινή πεποίθηση ήταν ο γεω-κεντρισμός. Που στην Αναγέννηση εγκαταλείφθηκε. Αλλά οι περισσότεροι δεν έχουμε εγκαταλείψει, δυστυχώς, τον εγω-κεντρισμό, και γι’ αυτό δεν έχουμε περάσει στην εποχή της Αναγέννησης, της προσωπικής αλλά και της κοινωνικής…

Κατανοώ, σε συνέχεια των όσων έγραψα παραπάνω, πως για κάποιους οι συνθήκες ζωής είναι τέτοιες, που δύσκολα μπορούν να ταξιδέψουν, ώστε να δουν και να γνωρίσουν. Αυτό, όμως, που μου φαίνεται ακατανόητο, αυτό που είναι αδιανόητο, είναι το να έχεις, από επιλογή και όχι εξ ανάγκης πλέον, τα μάτια σου κλειστά και να μην θέλεις να τα ανοίξεις… Και, αντίστοιχα, να έχεις και τα μάτια της ψυχής σου κλειστά, και το μυαλό σου και τη συνείδησή σου…. Κι έχω γνωρίσει, δυστυχώς, πολλούς τέτοιους. Ακόμα και ταξιδιώτες πολυταξιδεμένους. Ή σωστότερα, για να υπάρχει “σύνδεση με τα προηγούμενα” (βλ. εδώ: http://seagullstefanos.blogspot.com/2010/01/b.html και εδώ: http://seagullstefanos.blogspot.com/2010/01/blog-post_19.html) τουρίστες. “Τουρίστες της ζωής”! Που δεν αφήνουν τη ζωή να τους πλουτίσει τον νου και την καρδιά τους, με τις εμπειρίες και το φως…

Κατανοώ, έγραψα παραπάνω, κατανοώ ψυχολογικά, κάθε μάνα να βλέπει με άλλα μάτια τα δικά της παιδιά. Κι η κορακίνα, για παράδειγμα, όπως έχει λεχθεί, θεωρεί το “κρώξιμο” του πουλιού της, το ομορφότερο κελάηδημα που υπάρχει στον κόσμο… Η κορακίνα, όμως, λέμε και ξέρουμε, πως “δεν έχει μυαλό” και “δεν είναι αντικειμενική”. Ευτυχώς μάλιστα που δεν έχει και δύναμη και εξουσία, διότι θα μπορούσε, διαφορετικά, να μας έχει απαγορεύσει να ακούμε τον Μπετόβεν και τον Χατζηδάκι για χάρη των τραγουδιών των παιδιών της…

Κατανοώ ψυχολογικά, επίσης, έγραφα παραπάνω, πως για πολλούς το χωριό τους είναι το ομορφότερο χωριό της χώρας. “Φυσικό και κατανοητό”, ψυχολογικά πάντα, αφού το χωριό “φιλοξενεί” και αντιπροσωπεύει τις αναμνήσεις και τα βιώματα της παιδικής και εφηβικής ηλικίας. [Και, από μία άλλη οπτική και άποψη, μακάρι, ίσως, να το ένιωθαν αυτό περισσότεροι και δυνατότερα, για να ξανάνιωναν και να ξανάπαιρναν ζωή κάποια εγκαταλελειμμένα χωριά της αστυφιλικής Ελλάδας μας….] Αρκεί να μην έχουν την απαίτηση, αυτοί οι προηγούμενοι, οι όποιοι (αν όχι και όλοι μας…) τα χωριά τους (ή η κωμόπολή τους ή η πόλη τους….) να παραμείνουν αυτοτελείς δήμοι ή να γίνουν, οπωσδήποτε, έδρες δήμου και αντισταθούν στην προσπάθεια διοικητικού εκσυγχρονισμού της χώρας μας [Το είχαμε ζήσει γαρ στον “Καποδίστρια” και υπάρχουν φόβοι να το ξαναζήσουμε στον “Καλλικράτη”…]

Κατανοώ ψυχολογικά, έγραφα επίσης παραπάνω, να ακούω από κάποιους πως “η Ελλάδα είναι η ωραιότερη χώρα της γης”. Μα μου φαίνεται α-διανόητο και α-νόητο να το λένε, και δη μετ’ επιτάσεως, ακόμα και άνθρωποι που δεν έχουν ταξιδέψει καθόλου ή έχουν ταξιδέψει, έστω και μέσα από βιβλία, τουριστικούς οδηγούς και φωτογραφικά λευκώματα, ελάχιστα [Συνήθως, μάλιστα, αυτοί οι τελευταίοι, οι λιγοταξιδεμένοι, είναι και οι πιο επίμονοι και επικίνδυνοι, αντίστοιχα όπως οι ημιμαθείς είναι πιο πείσμονες, φανατικοί και επικίνδυνοι από αυτούς που τουλάχιστον παραδέχονται ή/και κατανοούν την άγνοιά τους….] Πώς μπορείς να λες, για παράδειγμα, πως “η Ελλάδα είναι πιο όμορφη απ’ την Κίνα” ή να λες πως “η Αμερική [οι ΗΠΑ ή ολόκληρη η Αμερική;] δεν αξίζει τίποτα μπροστά στις ομορφιές της πανέμορφης Ελλαδίτσας μας”, όταν δεν έχεις ιδέα για τις ομορφιές των αχανών αυτών χωρών;…

Ψυχολογικά κατανοητή είναι, βεβαίως, και η φράση – “θέσφατο”: “οι άλλοι λαοί δεν πιάνουν χαρτωσιά μπροστά σ’ εμάς τους Έλληνες”!.... [To “χαρτωσιά” εδώ γράφτηκε και εννοείται με τη γενικότερη μεταφορική έννοιά του και δεν αφορά και αναφέρεται στις αρχικές και περιορισμένες έννοιές της που παραπέμπουν είτε σε χαρτοκλέφτες, δηλαδή απατεώνες, είτε σε “χαρτούρα” – χρήμα, που παραπέμπει περαιτέρω σε εύκολο πλούτο από απάτες και λαμογιές, με τα οποία, βεβαίως, ημείς οι Έλληνες, ως γνωστόν, ουδεμίαν σχέσιν έχομεν!...]


Για την ακρίβεια η ψυχολογία εξηγεί και κατανοεί όχι μόνο το συγκριτικό δίπολο “Έλληνες – ξένοι”, αλλά και μια σειρά άλλων τέτοιων διπόλων που αποτελούν παραλλαγές στο αρχετυπικό δίπολο “εμείς – οι άλλοι” και μπορεί να οδηγήσει σε ένα σωρό περιχαρακώσεις, όπου το “εμείς” υπερέχει πάντα των “άλλων”!...

Και, βεβαίως, ακόμα και μέσα στο “εμείς” υπερισχύει πάντα το “εγώ”!... [Τόσα “εγώ” που υπερέχουν… όσα και τα “εγώ” που απαρτίζουν το όποιο “εμείς”!....]

Είναι, συχνά, το “εγώ” τόσο ασήμαντο και ανάξιο, που έχει την ανάγκη, για να επιβιώσει και να υπάρξει, να στρατευθεί πίσω από και μέσα σε ένα “εμείς”… και, στη συνέχεια, να αναδειχθεί, στρεφόμενο και πολεμώντας ή/και υποτιμώντας τους “άλλους”… τους όποιους “άλλους”…. Που θα μπορούσαν να είναι, σε μια άλλη περιχαράκωση, “εμείς”!...

Τους “άλλους” δεν τους μαθαίνουμε ποτέ. Ούτε καν προσπαθούμε να τους μάθουμε!...

Θα μου πεις: “Τι ζητάς τώρα”!...

…Εδώ δεν ξέρουμε καν το “εμείς”…

…και δεν κάνουμε καν προσπάθεια να γνωρίσουμε το “εγώ”…

Τι ζητάω τώρα!...


Οι Έλληνες, λοιπόν, λέγαμε, είναι “ο περιούσιος λαός της γης” επειδή…

…επειδή ακριβώς γεννηθήκαμε Έλληνες!...

Όλοι οι άλλοι είναι “βάρβαροι” ή, έστω, “παρακατιανοί”, ακριβώς επειδή δεν ανήκουμε σ’ αυτούς!

[Αν κάποιοι από εμάς είχαμε γεννηθεί, για παράδειγμα, Εβραίοι, θα ένιωθαν και θα έλεγαν, πάλι, πως ανήκουν στον “περιούσιο λαό”, μόνο που αυτός θα ήταν άλλος. Κι αν είχαμε γεννηθεί στις ΗΠΑ και είχαμε αμερικανική υπηκοότητα, δεν θα αυτοαποκαλούμαστε, βεβαίως, “Αμερικανάκια”, αλλά θα στρατευόμαστε, ενδεχομένως, στο γενικότερο αμερικανικό όνειρο, μιας μερίδας, “να σώσουν τον κόσμο”….]

Αλλά, ευτυχώς, επαναλαμβάνω, είμαστε, “είμαστε ευτυχείς και ευλογημένοι που γεννηθήκαμε Έλληνες”!... [Και κοκολογούμε, τουλάχιστον, τον Νίκο Δήμου, που τόλμησε να γράψει το “Η δυστυχία του να είσαι Έλληνας”… Και όσους άλλους νιώθουν και διατυπώνουν ανάλογες απόψεις…]

Επιπλέον είμαστε ευτυχείς και ευλογημένοι που γεννηθήκαμε και είμαστε Χριστιανοί και μάλιστα Ορθόδοξοι!

Δοξα-σμένοι Έλληνες και Ορθό-δοξοι Χριστιανοί! Γνήσιοι! Αυθεντικοί! Από κούνια”! Εκ γενετής!....

Μπορεί και να είμαστε ευτυχείς κι ευλογημένοι…

“Ευτυχισμένοι στην άγνοιά μας”, όπως λέμε συχνά για διάφορες καταστάσεις…

Η Γνώση είναι συχνά, αν όχι πάντοτε, δυστυχία. Και, ταυτόχρονα, Καθήκον, Ευθύνη, Χρέος!... Προς τους “άλλους” και προς το “εμείς” και προς τους ίδιους μας τους εαυτούς…

Το να “καμαρώνουμε” και να “κομπάζουμε” για κάτι που (μας) έτυχε να γεννηθούμε (και όχι να γίνουμε εξ επιλογής και να είμαστε, ελεύθερα) είναι, κατά τη γνώμη μου, ανόητο….

Οι αρχαίοι Έλληνες δοξάστηκαν, τιμούνται και ευ-λογούνται για αυτά που στοχάστηκαν, γι’ αυτά που δημιούργησαν, για τις αξίες που ανέδειξαν. Εμείς πώς μπορούμε να απαιτούμε να θεωρούμαστε ευλογημένοι όταν δεν σκεφτόμαστε καν, όταν καταστρέφουμε ό,τι κληρονομήσαμε, όταν απαρνιούμαστε αρχές και αξίες, όταν μιμούμαστε δουλικά (και δεν αφομοιώνουμε δημιουργικά) ξενόφερτα ήθη και έθιμα, όταν δηλαδή δεν έχουμε τίποτα από τα στοιχεία που υποτίθεται πως μας έκαναν “ξεχωριστούς” και ιδιαίτερους;….

Κι ύστερα, πάλι, τι σημαίνει για εμάς, εκείνο το “Ορθόδοξοι Χριστιανοί”;

[“Τύποις”… “Κατ’ όνομα”… “Στα λόγια”…. Όχι μεν στις ταυτότητες, αλλά “στην ταυτότητά μας”…]

Λέμε πως είμαστε Χριστιανοί, έτσι ακριβώς όπως λέμε πως είμαστε Έλληνες, χωρίς, στην πραγματικότητα, όχι απλά να μην είμαστε, αλλά ούτε καν να γνωρίζουμε τι σημαίνει… Απλά έτυχε να γεννηθούμε τέτοιοι…


Δεν θα φλυαρήσω πολύ ακόμα… Το τι εννοώ είναι απλό. Ως αφετηρία για να το εξηγήσω θα χρησιμοποιήσω δύο γνωστές παλιές διαφημιστικές καμπάνιες:

“Είσαι στην Ε.Ο.Κ., μάθε για την Ε.Ο.Κ.” [όπου “EOK”, ήδη “Ευρωπαϊκή Ένωση”] και

“Αγαπάς την Ελλάδα; Απόδειξη!” [ήδη επανήλθε… δριμύτερη!...]


Λές πως είσαι Έλληνας, λοιπόν; Μάθε και σκέψου τι σημαίνει Ελλάδα. Τι την ανέδειξε κάποτε…

Αγαπάς την Ελλάδα; Απόδειξη! Στην πράξη! Στην ουσία! Στον τρόπο σκέψης, δράσης, ελεύθερης “ανοχής” και αποδοχής του διαφορετικού. Στη δημιουργικότητα. Στις αξίες…


Λες πως είσαι Ορθόδοξος Χριστιανός, λοιπόν; Μάθε και σκέψου και νιώσε τι σημαίνει αυτό.

Κι όχι μόνο αυτό, μα και κάτι άλλο. Ο ίδιος ο Χριστός είπε να τον ακολουθήσουν “όσοι θέλουν”. Διάβασε και μάθε, λοιπόν, για τον Χριστιανισμό, μα και για τις άλλες θρησκείες, τι προτείνουν και τι πρεσβεύουν, κι ακολούθησε, τελικά, ό,τι ελεύθερα επιλέξεις. Γίνε, αν θέλεις, ένας συνειδητός Χριστιανός [ή ένας συνειδητός Μουσουλμάνος, Ιουδαϊστής, Βουδιστής ή ό,τι άλλο… “σε φωτίσει ο Θεός”]. Θα μπορείς, τότε, να καμαρώνεις και να καυχιέσαι, με το δίκηό σου, πως ήταν δική σου επιλογή και όχι αποτέλεσμα τύχης. Και όλοι, τότε, “θα σου βγάλουν το καπέλο” […Ίσως όχι όλοι! Οφείλω να σε προειδοποιήσω πως κάποιοι, φανατικοί και θερμοκέφαλοι, θα θελήσουν, ίσως, “την κεφαλή σου επί πίνακι”, επειδή θα είναι ένα σκεπτόμενο κεφάλι!...] Και αν τυχόν αποφασίσεις, συνειδητά πλέον, ότι θέλεις να λέγεσαι όχι απλά “Χριστιανός”, μα και “Ορθόδοξος”, έχοντας διαβάσει και γνωρίζοντας πλέον, υποθέτω, τι πρεσβεύουν οι “άλλοι”, οι αλλόδοξοι… τότε, υποθέτω πάλι, πως έχοντας κάνει ετούτη τη συνειδητή επιλογή, θα μπορείς, αν μη τι άλλο, αν όχι να συγχωρήσεις εσύ, τουλάχιστον να ανεχθείς τις διαφορετικές “δόξες”. Διότι το “αγαπάτε τους εχθρούς υμών” του Χριστού, περιλαμβάνει, βεβαίως, το δίχως άλλο, και τους αλλόθρησκους και τους αλλόδοξους, έτσι δεν είναι;

Αγαπάς τον Χριστό; Απόδειξη! Στην πράξη! Στην ουσία! Αγαπώντας τους άλλους!...


Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2008

«Ανάρτηση για μία. Ή για καμία. Ή για όλους!...»


Στοιχείο της γυναικείας φύσης είν’ η θάλασσα… Ίσως γιατί οι γυναίκες καθοδηγούνται (ή παρασύρονται…) απ’ την καρδιά… Και η καρδιά είναι άστατη… Όπως η θάλασσα…

“Στοιχειό” της θάλασσας είναι μια γυναίκα… Για την ακρίβεια ένα πλάσμα παράξενο: Μισή γυναίκα κι από τη μέση και κάτω με πτερύγιο και ουρά… Δελφινοκόριτσο… Κανείς δεν θυμάται αν ήταν, κάποτε, πριν από χρόνια, σκέτο κορίτσι ή σκέτο δελφινάκι…

Ο θρύλος κι η παράδοση, πάντως, λέει, πως ήταν κάποτε πριγκιποπούλα… Αδελφή, λέει, του Μεγαλέξανδρου… Μα εγώ ψυχανεμίζομαι πως γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ ένα ψαροχώρι… κι η θάλασσα μαγεύτηκε από την ομορφιά της και την καλοσύνη της… και θέλησε να την μαγέψει, με τη σειρά της, να την κάνει δικιά της… μα ποτέ δεν το κατάφερε ολοκληρωτικά…

…Τώρα πια… (…κι αυτό το “τώρα” έχει σημασία…) είναι γοργόνα!...


Και, για να σας πω το μεγάλο μυστικό μου… για να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σας… δεν ξέρω αν είναι η θάλασσα αυτή που με μάγεψε και αποφάσισα να γίνω γλάρος, στη ζωή μου, ή είναι που θέλω να είμαι κοντά σ’ αυτό το πλάσμα… να βλέπω ετούτο το κορίτσι… να ξεδιψάω…

Την είχα πρωτοδεί να είναι ξαπλωμένη πάνω στην αμμουδιά, να είναι “έξω απ’ τα νερά της”, όπως λένε…

Την έχω δει πολλές φορές από τότε, να βγαίνει στην ακτή, να τρέχει στην ακρογιαλιά, να παίζει με το κύμα, να μαζεύει κοχύλια, φύκια και ιππόκαμπους και να στολίζει τα μαλλιά της… να μαζεύει πετρούλες… να τους δίνει ονόματα… κι ύστερα να τις μεταμορφώνει, ζωγραφίζοντάς τες, σε πρόσωπα, σε χαρακτήρες…

Την έχω δει να γράφει με το χέρι της στην άμμο:

«Αγάπησα τ….»

ή

«Αγαπώ τ….»

Τις βρίσκουν το πρωί ετούτες τις γραφές οι άνθρωποι της παραλίας, μισοσβησμένες απ’ το κύμα, και προσπαθούν να μαντέψουν ποιο είναι το όνομα που ακολουθεί, ποιος είναι ο ευτυχισμένος, ο μακάριος, που ’χει κερδίσει για πάντα την αγάπη της…



…Κι εγώ, ο γλάρος, που έχω τη δυνατότητα να την παρακολουθώ από ψηλά… εγώ που ξέρω τις συνήθειές της τις αγαπημένες… να βγαίνει, δηλαδή, στην παραλία, είτε με το σούρουπο, οπότε και δακρύζει μόνο που βλέπει τα χρώματα του δειλινού, είτε νωρίς το λυκαυγές, δηλαδή με το ξημέρωμα… εγώ που ξέρω πως είναι, για κάποιον ανεξήγητο ακόμα λόγο ιδιαίτερα δεμένη μ’ ένα αστεράκι που το λένε, ανάλογα, άλλοτε “Αποσπερίτη” κι άλλοτε “Αυγερινό”… εγώ, λοιπόν που, καθώς προείπα, την έχω παρακολουθήσει, ξέρω ποια είναι η συνέχεια της γραφής της:

Αγάπησα…

ή

Αγαπώ…

…τον κόσμο όλο!

…τη ζωή!


…Κι ύστερα δίνει μια βουτιά και χάνεται στη θάλασσα…

Την ξέρουν, την γνωρίζουν, όλοι οι καπεταναίοι, οι ψαράδες, οι θαλασσινοί! Την ξέρουν και την αγαπούν. Και όλοι, κατά βάθος, επιθυμούν το συναπάντημα μαζί της…

Μόνο οι νεώτεροι σαν κάπως να την περιφρονούν… Σα ν’ αδιαφορούν για την ύπαρξή της, για τις σκέψεις της, για τα όνειρά της, για τη διάθεσή της… “Μοντέρνοι μορφωμένοι άνθρωποι είμαστε”, λένε ή σκέφτονται, “σιγά μη δίνουμε πίστη και προσοχή σε μύθους και σε θρύλους… Σε παραμύθια… Σιγά μη φοβηθούμε δα τις διαθέσεις της… Λες και την έχουμε ανάγκη, στο ελάχιστο, μ’ ετούτα τα αβύθιστα πλοία, με τα σκαριά που κυβερνάμε…”

Γι’ αυτό δε δίνουν προσοχή, δε δείχνουν το κατάλληλο, το ανάλογο ενδιαφέρον: “Παραμύθια!” σου λένε… Γιατί κοιτάζουν μόνο τα ραντάρ τους τα υπερσύγχρονα… κι εκείνα “δεν την πιάνουν”

Μα αν στέκονταν, όπως οι παλιοί θαλασσινοί, στη “βίγλα” [;] της γέφυρας του πλοίου, κι αν βύθιζαν το βλέμμα τους, μ’ όλη τη δύναμη, της καρδιάς τους πρώτα, στη θάλασσα, θα την αντίκριζαν κι αυτοί, το δίχως άλλο!... Κι αν έστηναν αυτί προσεχτικό, θα άκουγαν και το τραγούδι της, τραγούδι όχι “σειρηνικό” που μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή, μα νοσταλγικό κι ελπιδοφόρο, αγαπητικό κι αγαπημένο…


Οι καπεταναίοι κι οι θαλασσοπόροι οι παλαιότεροι διηγούνται, βέβαια, και κάτι άλλο ακόμη. Αυτό για το οποίο είναι γνωστή η γοργόνα ετούτη. Πως τους ρωτάει, λένε, καμιά φορά, ανάλογα με τη διάθεσή της, όταν δηλαδή έχει τη διάθεση να παίξει ετούτο το παιχνίδι: “Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος;” Και πως, ανάλογα με την απάντηση, είτε αφήνει το πλοίο, ήρεμη, να συνεχίσει την πορεία του, όταν η απάντηση είναι καταφατική, είτε ταράζει τη θάλασσα κι αυτή η θαλασσοταραχή βουλιάζει το καράβι, όταν η απάντηση είναι αρνητική…


Μα εγώ που βλέπω από ψηλά… που διάβασα… που σκέφτηκα… που συλλογίστηκα… εγώ που είδα και που οίδα… “πολλών ανθρώπων άστεα”… μα και την ίδια…

…τώρα θα σας το αποκαλύψω το μεγάλο τούτο μυστικό…

…τώρα θα σας ερμηνεύσω ετούτο εδώ τον μύθο…

…που, όπως κάθε άλλος μύθος, είναι συμβολικός…

…και κρύβει μια μεγάλη αλήθεια…

…ή, ίσως σωστότερα, πολλές μεγάλες αλήθειες…

…σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα…

…διότι έχει “πολλές αναγνώσεις” κάθε μύθος!...

…κι ανάλογα με τη σοφία και την ικανότητά μας, ανάλογα με τη μόρφωσή μας, του καθενός, και την πνευματικότητά μας, μπορούμε να κατανοήσουμε, ανάλογα...


Μια – δυό, λοιπόν, από τις τόσες ερμηνείες, θα σας δώσω παρακάτω…


Η πρώτη:

Θαλασσινοί, καπεταναίοι, καραβοκύρηδες είμαστε όλοι εμείς! Ο κάθε άνθρωπος χωριστά… Στο σκάφος της ύπαρξής του, της ζωής του… Στο μεγάλο ταξίδι, το ξεχωριστό, του καθενός μας, το μοναχικό, στη θάλασσα… Με μπουνάτσες, με μποφόρια, με γαλήνη και με φουρτούνες… Έτσι όπως κάθε ζωή!...

…Υπάρχουν στιγμές… είτε συχνά, είτε σπάνια… ανάλογα με τον χαρακτήρα τους καθενός μας, ανάλογα και με τις συνήθειές του… που βλέπει ο καθένας… που συναντά… βαθειά απ’ τη συνείδησή του ν’ αναδύεται η προσωπική τους καθενός μας η γοργόνα… κι ακούει τη φωνή της… τη φωνή της συνείδησής του (δηλαδή… τη δική της φωνή…) να τον ρωτά:

“Ζει και βασιλεύει, ακόμα, η αγάπη σου για τη ζωή; Ζει και βασιλεύει το όνειρό σου; Ζει και βασιλεύει ο σκοπός της ζωής σου, μέσα σου; Ζει και βασιλεύει η αγάπη σου για τους ανθρώπους;”….

Κι εσύ… και ο καθένας μας… καλείται να δώσει την απάντησή του… Κι απ’ την απάντηση εξαρτάται η συνέχεια… Διότι αν απαντήσεις καταφατικά, μπορείς και συνεχίζεις την πορεία… Αν, όμως, δώσεις αρνητική απάντηση, είσαι εσύ που δεν έχεις (πια) τη δύναμη, την ικανότητα, την εσωτερική γαλήνη, ν’ αντιμετωπίσεις την όποια δυσκολία, να χειριστείς το πηδάλιο… και, έτσι, αναπότρεπτα βουλιάζεις… Από δικό σου φταίξιμο κι ευθύνη… Και όχι διότι φταίει σ’ ετούτο η γοργόνα…


Προσωπικά έχω και μια δική μου, δεύτερη ερμηνεία, για τον μύθο:

Από καιρού εις καιρό, νιώθει την ανάγκη η γοργόνα, όπως και κάθε άνθρωπος άλλωστε, να μάθει απ’ το ταίρι του:

“Μ’ αγαπάς;… Ζει και βασιλεύει, ακόμα, η αγάπη σου για μένα;…”

“Ζει, αγάπη μου! Ζει και βασιλεύει!... Σ’ αγαπώ ακόμα… Όσο τίποτα και κανέναν… Κι αγαπώ όλο τον κόσμο, γιατί ζεις σ’ αυτόν κι εσύ!...”

Κι αυτό δεν είναι παραμύθι!....