Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ομιλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ομιλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2008

Οι λέξεις και η γλώσσα

Μη! Για τον Θεό, μη! Μη τις σκοτώνετε αυτές τις λέξεις, τις ιερές. Μη τις κλωτσάτε, με τις ποδοπατάτε, μη τις ατιμάζετε. Σας εξορκίζω! Μη!...

Είναι ζωντανές! Πιο ζωντανές κι από μένα, κι από σας, κι απ’ όλους! Εδώ και αιώνες! Σοφές κι αγνές και ιερές!...

Είναι παιδιά μου… εγώ τις γέννησα… όχι απ’ το στόμα μου… μα απ’ την ψυχή μου… Κομμάτια της καρδιάς μου που αποσπάστηκαν… μέλη του σώματός μου… Εγώ τις κυοφόρησα… Μέρες, μήνες, χρόνια… Αιώνες… Στα σπλάχνα μου… Στη μήτρα του μυαλού και της καρδιάς μου…

…Είναι και αδελφές μου αυτές οι λέξεις. Έτσι τις νιώθω… Κόρες της μεγάλης μας μάνας, της γλώσσας μας. Αυτή μας γέννησε! Δεν τη γεννήσαμε εμείς αυτή τη γλώσσα… Απ’ αυτή θηλάσαμε… χρόνια τώρα… Χορτάσαμε γάλα απ’ το βυζί της… Ξεδιψάσαμε… Γαλουχηθήκαμε!...

…Γίναμε άντρες και γυναίκες. Χάρη σ’ αυτήν…

…Κι εσείς, τώρα, αυτή τη γλώσσα, τη βρήκατε για “σημαία ευκαιρίας”… και την τυπώσατε σε πληθωριστικά χαρτονομίσματα, χωρίς πια καμιά αξία…

Τη γλώσσα του λαού μου, ορέ;!...

Τη γλώσσα μου;!...

…που είναι και γλώσσα σας;

Ανόητοι!...

Θα μας εκδικηθεί η Ιστορία!… Έτσι όπως εκδικήθηκε, στο παραμύθι, εκείνον που “έκανε πλάκα”, κάθε τόσο, πως έρχεται, τάχα, λύκος… κι όταν ο λύκος ήρθε πραγματικά, κανένας πια δεν τον πίστευε, κι ας φώναζε αυτός απελπισμένος!...



…Σας το είπα ήδη, μα σας το ξαναλέω: Θα μας εκδικηθεί η Ιστορία! Και για τη γλώσσα που ατιμάζουμε, μα και για όλες τις αξίες και τα ιδανικά που μας δόθηκαν παρακαταθήκη απ’ τις προηγούμενες γενιές, κι εμείς τις περιπαίξαμε, τις ατιμάσαμε, τις ξεφτιλίσαμε, τις ξεπουλήσαμε…

Θα ’ρθει, φοβάμαι, ο καιρός, που θα μιλάμε και κανείς πια δεν θα μας πιστεύει! Θα ικετεύουμε τον διπλανό μας “έχε μου εμπιστοσύνη” κι αυτός θα έχει χάσει την εμπιστοσύνη στους ανθρώπους…

Θα θέλουμε νερό να ξεδιψάσουμε και τα παιδιά μας θα μας ποτίζουν ξύδι. Και φαρμάκι. Αυτό που, άλλωστε, κάναμε κι εμείς νωρίτερα, αυτό που τους διδάξαμε…

Θα θέλουμε κάποιαν αρχή, κάποια εξουσία, κάποιο θεσμό να στηριχθούμε… και τότε θα συνειδητοποιήσουμε πως όλα εμείς τα γκρεμίσαμε νωρίτερα…

Θα θέλουμε να αναπνεύσουμε, αέρα καθαρό, να μυρίζει θυμάρι και πεύκο, μα η ατμόσφαιρα θα έχει γίνει τόσο επικίνδυνη, που θα ’χουμε σαν μόνη λύση μπουκάλες οξυγόνου με λίγη υποψία από μυρωδιά φορμόλης…

Θα θέλεις να πεις στο κορίτσι σου που ερωτεύθηκες και λατρεύεις “σ’ αγαπώ!”, κι αυτή η φράση, ξεφτιλισμένη πια απ’ την πολλή χρήση σε κάθε είδους και ποιότητας τραγούδια ή “κουβέντες”, θα είναι πια μια φράση – πόρνη!...

Θα νιώσεις την ανάγκη να πεις και να φωνάξεις, να τους καλέσεις, στην ώρα του χαμού, του πόνου σου, “πατέρα!”, “μάνα!”, “Θεέ μου!”… και τότε θα θυμηθείς, με τρόμο, πως εσύ τους σκότωσες!...

Μα… άκου, αν θέλεις, και τη συμβουλή μου [μικρό παιδί εγώ, και άμαθο, μπορώ, άραγε, και δικαιούμαι, να σου δίνω συμβουλές;… ποιος ξέρει;!...]:

Εάν σου έρθει… αν το νιώσεις… αν δεν μπορείς ν’ αντέξεις…

…πές το!... φώναξέ το:

“Μάνα!”... “Θεέ μου!”... “Αγάπη μου!”...

Ετούτες ειδικά οι λέξεις (κι ίσως και κανα-δυό ακόμα…) είναι (τ’ ακούς;!...) μαγικές! Έχουν τη δύναμη ν’ ανασταίνονται! Και να ανασταίνουν!...

…Μα μόνο αν τις νιώσεις!...


Υ.Γ. Διαβάστε και τα όσα ιδιαίτερα πολύτιμα (σχετικά με τις λέξεις…) έκλεψε η «Κλέφτρα Κίσσα», εδώ: http://kleftrakissa.blogspot.com/2008/11/blog_03.html

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

Μήπως… να μιλάμε λιγότερο και ν’ ακούμε περισσότερο;


Εδώ και χρόνια έχω συνειδητοποιήσει ότι ειδικά εμείς οι Έλληνες έχουμε μια “μανία” να μιλάμε πολύ. Πάρα πολύ! Ίσως γιατί έχουμε παρερμηνεύσει αυτό που ακούσαμε κάποτε, στο σχολείο, πως δηλαδή “εδώ γεννήθηκε ο Λόγος”. Μόνο που αυτός ο Λόγος είναι η λογική. [Και ο οποίος Λόγος, παρεμπιπτόντως, αρκετά συχνά φαίνεται να “έχει πάρει διαζύγιο” από τα λόγια μας, αλλά και τη σκέψη μας και τη ζωή μας…]
Το να θέλει κάποιος να μιλάει το κατανοώ, το ασπάζομαι και το επικροτώ. Μόνο τα ά-λογα ζώα δν έχουν λόγο, καθώς και τα νήπια (εκ του νη+έπος…) Σε τελική ανάλυση είναι και ψυχολογική ανάγκη του κάθε ανθρώπου η ανάγκη του να εκφραστεί, να διατυπώσει τις σκέψεις του, τις ιδέες του, τα διανοήματά του, τις επιθυμίες του, τα όνειρά του, τα συναισθήματά του…
Το να θέλει κάποιος “να έχει λόγο” επίσης το κατανοώ, το ασπάζομαι και το επικροτώ. Υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι θα είναι έλ-λογος λόγος, δηλαδή προϊόν σκέψης συγκροτημένης (βάσει λογικών – νοητικών κανόνων) και αποτέλεσμα επεξεργασίας βάσιμων δεδομένων και ενδελεχούς αναζήτησής τους και διαλογής τους (ώστε να απορριφθούν τα αβάσιμα και τα ανούσια…). Το “να έχουμε λόγο”, δηλαδή άποψη, είναι σημαντικό. Μόνο, όμως, αν πρόκειται για λόγο αυθύπάρκτο, αυθεντικό, και όχι να παπαγαλίζουμε, να γινόμαστε (ενδεχομένως άθελά μας ή χωρίς να το συνειδητοποιούμε) τα φερέφωνα άλλων, επαναλαμβάνοντας “τσιτάτα” άλλων και νομίζοντας, έτσι, πως έχουμε συγκροτημένο λόγο. [Ξεστράτισα, όμως!...]

Αν, λοιπόν, “έχουμε λόγο” και αιτία να πούμε κάτι, κάτι ουσιαστικό, εποικοδομητικό, διαφορετικό, πρωτότυπο κ.λπ., τότε ναι, και βέβαια να πάρουμε τον λόγο. Τον δικαιούμαστε και μας αξίζει!
Αλλά όχι μόλις πάρουμε τον λόγο, ύστερα… να ξεχνάμε να τον αφήσουμε και σε άλλους… Άλλωστε “τα πολλά λόγια είναι φτώχεια”, “η φλυαρία αποδεικνύει κουφότητα και κενότητα”, ενώ “το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν”… [Υπάρχει και μια άλλη ελληνική παροιμία, ακόμη πιο προχωρημένη και σπουδαία: “Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι”!... Αλλά για την σπουδαιότητα της… σιωπής θα μιλήσω κάποια άλλη φορά. Ή, ίσως, ακόμα καλύτερα, θα… σιωπήσω!...]
Εμείς οι Έλληνες ιδίως, θαρρώ πως έχουμε παρερμηνεύσει και κάτι ακόμα [Και να ήταν αυτά τα μόνα; Έχουμε παρερμηνεύσει, πιστεύω, συνειδητά ή αθέλητα, ένα σωρό όρους και λέξεις, που κάποια στιγμή θα πρέπει να συντάξω λεξικό!...]: Τον διάλογο. Συχνότατα οι διάλογοί μας είναι απλά και μόνο αντίθετοι μονόλογοι, διασταυρούμενα (ή ίσως ούτε καν διασταυρούμενα!...) πυρά, συνεπώς παντελώς ανούσιοι. Καθένας “έχει κατά νου” να πει “αυτά που έχει κατά νου”, ενδιαφέρεται απλά και μόνο να εκθέσει τις απόψεις του ή να επιδείξει τις γνώσεις τους ή να υπερισχύσει (συνήθως με τη δυνατότερη φωνή ή με τη φλύαρη και κουραστική επανάληψη) του άλλου. Ως εκεί!

Παρένθεση [χμ… μακάρι να ήταν παρένθεση, δηλαδή εξαίρεση, και όχι ο κανόνας…]: Συχνά έχω φιλοξενήσει και ακόμα φιλοξενώ ξένους, από πολλές και διαφορετικές χώρες της γης. Οι οποίοι, όταν βλέπουν στην τηλεόρασή μας τα διάφορα “talk shows’ [που συνήθως γίνονται shows και δεν έχουν καθόλου talk, διότι αν είχαν talk προφανώς δεν θα ήταν shows….], παθαίνουν πολιτιστικό σοκ. Στην αρχή και για ένα χρονικό διάστημα μένουν άφωνοι και ύστερα γελούν (με το χάλι μας…) ή αγανακτούν. Και δικαιολογημένα, πιστεύω. Διότι αυτή μας η συμπεριφορά, αυτός μας ο τρόπος, προφανώς δεν μπορεί να είναι η σύγχρονη εξέλιξη της αρχαιοελληνικής Πνύκας, αλλά μιμητική μεταφορά ή κακόγουστη μετάλλαξη της εβραϊκής Χάβρας!...
Επειδή “αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψη” [πολλές φορές το επαναλαμβάνω αυτό στα γραπτά μου, γιατί είναι από τα αγαπημένα μου…], ας κάνουμε αυτή την… “επίσκεψη” στις εξής δύο καίριες λέξεις: Διά-λογος και Συ-ζήτηση. Δεν θέλει θα και πολλή σοφία για να τις καταλάβουμε. Έτσι δεν είναι; “Συ-ζητώ” σημαίνει ζητώ – αναζητώ κάτι, δηλαδή την αλήθεια, μαζί με κάποιον άλλον. Μαζί, όμως, όχι μόνος μου. Αν (νομίζω ότι) μπορώ ή αν θέλω να βρω κάτι μόνος μου, αν νιώθω πως δεν έχω ανάγκη (σ)την συ-ζήτηση με κάποιον, δεν υπάρχει λόγος (δηλαδή αιτία) να αρχίζω μαζί του ένα διά-λογο. Διότι τότε είναι βέβαιοι πως δεν θα πρόκειται για διά-λογο, όπως προείπαμε…

“Μας αρέσει ο ζωντανός διάλογος” λένε (με καμάρι!) διάφοροι τηλεπαρουσιαστές. Και εννοούν και αναφέρονται σε μια κατάσταση (διάβαζε: ακαταστασία!...) που ο καθένας μπορεί ν’ αρχίσει να μιλά οποτεδήποτε, να διακόψει (ή να μιλά παράλληλα, ώστε να μην ακούγεται και να μην γίνεται πλέον αντιληπτός κανείς) όποιον είχε τον λόγο. [“Επίπεδο – δάπεδο”, δηλαδή, και αποτέλεσμα – συμπέρασμα αυτού του είδους του… “διαλόγου”, “μηδέν εις το πηλίκον”…]
Εντάξει, φίλε μου, μίλησες! Κουτσά – στραβά, κατανοητά ή όχι, με ευφράδεις ή με δυσκολία, διατύπωσες την όποια άποψή σου, καθ’ όλα σεβαστή (ακόμα κι αν διαφωνώ, ίσως), ορθή ή εσφαλμένη. Και τώρα σιώπησε! Για λίγο. Έστω για λίγο! Σιώπησε και άκουσε! Δεν σε ενδιαφέρει ν’ ακούσεις τις απόψεις των άλλων; Ή σε ενδιαφέρει να μην ακουστούν οι απόψεις των άλλων; Μήπως σε ενοχλεί ακόμα και να τις ακούσεις; Ή μήπως φοβάσαι και σε τρομάζει αυτή η διαφορετική άποψη; Μήπως δεν έχεις εμπιστοσύνη στις απόψεις και στις ιδέες σου και γι’ αυτό δεν θέλεις καν να ακουστούν οι αντίθετες; Γι’ αυτό παίρνεις φόρα και ξαναεπιτίθεσαι, συνήθως ωρυόμενος, πριν προλάβει ο άλλος “να ολοκληρώσει” [από τις πιο κωμικοτραγικές εκφράσεις της σύγχρονης ελληνικής τηλεόρασης: “να ολοκληρώσω”…] Εκτός πια κι αν αυτοηδονίζεσαι ν’ ακούς τη φωνή σου… και μόνο τη φωνή σου… τις απόψεις σου… και μόνο τις απόψεις σου… [Κι έχεις χτίσει μέσα στ’ αυτιά σου τοίχους… και στο μυαλό σου, πάλι, τοίχους… να περιχαρακώνουν τις απόψεις σου…]

“Άκουσέ με, σε παρακαλώ, σταμάτα κι άκουσέ με!” έχω ακούσει κατ’ επανάληψη σε τέτοιου είδους “συζητήσεις” στην τηλεόραση. [Για το “σε παρακαλώ” δεν είμαι απόλυτα σίγουρος ότι το ακούω… αλλά τέλος πάντων!...]
“Άκουσέ με, σε παρακαλώ, σταμάτα κι άκουσέ με!” έχω ακούσει συχνά και σε καθημερινές διαπροσωπικές συζητήσεις μεταξύ ζευγαριών, φίλων, γνωστών ή και αγνώστων. Ή συχνά και το αντίστοιχο “Κατάλαβέ με, σε παρακαλώ, κατάλαβέ με, νιώσε με!”… [Ακόμα κι όταν δεν χρησιμοποιείται αυτή η συγκεκριμένη φράση, συνήθως αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της όποιας φράσης χρησιμοποιείται σε τέτοιες περιπτώσεις…]
Πόσο πολύ και πόσο συχνά με έχει απασχολήσει και προβληματίσει αυτή η παράκληση!... Το έχουμε νιώσει, νομίζω, όλοι μας αυτό το συναίσθημα, αυτή την ανάγκη, κάποιες φορές της ζωής μας: Την ανάγκη να μας ακούσει ο άλλος πραγματικά [και όχι συγκαταβατικά, ως ένδειξη ευγένειας], να στήσει “ευήκοον ους”, να ακούσει όχι τα λόγια μας αλλά ν’ αφουγκραστεί την ψυχή μας, να προσπαθήσει “να μπει στα παπούτσια μας”, “να μας καταλάβει πραγματικά”, να “νιώσει τον πόνο μας ή την ανάγκη μας ή τα αισθήματά μας”Κι όμως, ενώ εμείς οι ίδιοι (όλοι μας!) “το έχουμε ζήσει στο πετσί μας”, το έχουμε βιώσει, όταν βρεθούμε στην απέναντι πλευρά, όταν δηλαδή μας το λέει ο άλλος, ο διπλανός μας, ο γνωστός μας, ο φίλος μας, ο συγγενής μας, ο άνθρωπός μας, τότε… πόσο πρόθυμοι είμαστε να τον “ακούσουμε”;… Συνήθως, φοβάμαι, είτε “σφυρίζουμε αδιάφορα”, είτε είμαστε πολύ φορτωμένοι, απασχολημένοι και “απορροφημένοι στα δικά μας”, “στον κόσμο μας” [και στον εγωισμό μας!...] και δεν ακούμε…
“Μονολογούμε, μονολογούμε, τον ξένο πόνο δεν τον ακούμε… μιλάμε έτσι, για να μιλούμε…” τραγουδάει ο τραγουδοποιός…
Κι όμως! Αν σιωπούσαμε!... Αν ακούγαμε τους άλλους περισσότερο, πόσο πιο πλούσιοι (διανοητικά, συναισθηματικά, ψυχικά), πόσο πιο σοφοί και πόσο ωφελημένοι δεν θα βγαίναμε ΚΑΙ εμείς από αυτό, παντοιοτρόπως!...