“Seagull” γιατί; Ως φόρο τιμής στο βιβλίο «Γλάρος Ιωνάθαν» του Richard Bach
[βλ.περισσότερα στηνAνάρτηση"ΦόροςTιμής" (http://seagullstefanos.blogspot.com/2007/10/richard-bach-blog.html). ]
Ναι,αλλά γιατί “Seagull” και όχι “Γλάρος”; H απάντηση στην ανάρτησή μου “Αποκαλύπτω…”
(http://seagullstefanos.blogspot.com/2008/03/seagull-eagle.html)
Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε πριν από καιρό… Μπορεί να είναι τρία ή επτά ή δέκα ή δεκαεπτά ή τριάντα τρία ή σαράντα επτά χρόνια…
Ίσως να υπάρχει ένας λόγος που το αναρτώ τώρα… Ίσως, πάλι, να το αναρτώ “έτσι, χωρίς λόγο”!...
Κυριακή… λάθος… Δευτέρα… […]
(…τόσο “χαμένα” τα έχω, που έκανα λάθος και στην ημέρα!...)
Τι έχω, όταν δεν ξέρω τι έχω;…
Τι να φταίει που θέλω να κλάψω από χαρά ή και ανακούφιση, έτσι, χωρίς συγκεκριμένο λόγο;
Πού να οφείλεται το ότι θα ήθελα να πω σ’ όλο τον κόσμο, δυνατά, την χαρά μου, κι όμως, απ’ την άλλη, ικανοποιούμαι απ’ αυτή την ήρεμη σιωπή;…
Γιατί να νοιώθω πως όλες αυτές οι (υπό “αντικειμενικές συνθήκες”) σοβαρές δουλειές που έχω να κάνω είναι τόσο ασήμαντες για να ταράξω την μακαριότητά μου;…
…Ένας ποταμός αισθημάτων συνωθούνται μέσα μου και θέλουν να εκδηλωθούν! “Δεν είναι λίγο” (που λέει και ο λόγος…) να αγαπάς. Τι λέω; (Τι έκφραση χρησιμοποίησα;!...) Είναι το παν στη ζωή!...
Αγάπη σε κάθε μορφή της, αγάπη άδολη, ανόθευτη, πηγαία… Γιατί οι λέξεις να ’ναι τόσο φτωχές να την περιγράψουν;…
“Με τόσα ψέματα που ντύθηκαν οι λέξεις, πώς να σου πω το “σ’αγαπώ” να το πιστέψεις”, λέει το σύγχρονο τραγούδι, στο οποίο αναφερθήκαμε […]
…Κι ύστερα μιλήσαμε γι’ αυτόν τον πλούτο και το βάθος των αισθημάτων μιας νέας αδελφής ψυχής, που ψάχνει να βρει τρόπο να εκδηλωθεί…
“Περίλυπος εστί η καρδία μου” τον τελευταίο καιρό… [όχι απλά μέρες, αλλά μήνες…]
Όχι για κάποιον λόγο προσωπικό. Αλλά γι’ αυτά που βλέπω γύρω μου και με θλίβουν…
Τι κάνεις όταν είσαι θλιμμένος;
Μιλάς (ή: γράφεις) ή σιωπάς;
Φλυαρείς [ενδεχομένως “φληναφήματα”] ή βιώνεις τη θλίψη σου “διατελών και συσκεπτόμενος” (όπως λένε, νομίζω, κάποιοι που περνιούνται για σοφοί – και ίσως να είναι…)
Όλους αυτούς τους μήνες που το ιστολόγιό μου παραμένει “σιωπηλό” [ή μάλλον: άγραφο…. “tabularasa” που λένε….] ο ιστολόγος του δεν έχει πάψει να γράφει. Δεν φεύγεις εύκολα, βλέπεις, από αυτό το “χούι”… Λένε ακόμα, άλλωστε, πως “πρώτα φεύγει η ψυχή και ύστερα το χούι”, η συνήθεια… Αν και δεν [νομίζω πως] γράφω από συνήθεια. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανούσιο, άλλωστε.. Γράφω για να εκφραστώ, γράφω για να σκεφτώ καλύτερα, γράφω για να αναπνεύσω, για να ζήσω…
Και τώρα, τέτοια ώρα, μες στη νύχτα, τι μ’ έπιασε, άραγε, αναρωτιέμαι, να καθίσω να (σας) γράψω;… Με τι θα ήθελα να σπάσω (“εκκωφαντικά”;…) την προηγούμενη σιωπή μου;…
Σίγουρα όχι με πολλά… [Κι ας συνωστίζονται μέσα μου τόσα πολλά που θέλουν να ειπωθούν, να εκφραστούν, ν’ ακουστούν… Τόσον καιρό, δα, που έχουμε να τα πούμε!...].
…Και, αναμφίβολα, ούτε και φλύαρα. “Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι”, έλεγε, κατ’ επανάληψη, ο μακαρίτης ο πατέρας μου… Μακάρι να μπορούσα να εκφραστώ επιγραμματικά, με λόγο σύντομο κι αποφθεγματικό [κάτι που έχω “ζηλέψει” επανειλημμένα αυτούς τους τελευταίους μήνες, λόγω της έντονης και συστηματικής ενασχόλησής μου με τη συλλογή γνωμικών κι αποφθεγμάτων και με την ανάρτησή τους στα “Βικιφθέγματα”]
Αυτό, λοιπόν, που θέλω να γράψω, που θέλω να (σας) πω, αυτό που επιθυμώ να μοιραστώ μαζί σας, είναι η δική μου οπτική για την τρέχουσα κατάσταση.
Το πρόβλημα, για μένα, λοιπόν, δεν είναι [μόνο;] πολιτικό ή, ορθότερα, κομματικό. Το πρόβλημα δεν είναι ούτε οικονομικό [κάθε άλλο μάλιστα!] Το πρόβλημα το βαθύτερο κι η αιτία των κάθε είδους και μορφής εκδοχών κι εκφάνσεών του είναι [πάντοτε κατ’ εμέ] πρόβλημα αξιών. Αξιών και αξιολογήσεων.Κι αυτό που ιδιαίτερα με λυπεί και με τρομάζει, παράλληλα, είναι που αυτή η λέξη, η λέξη “Αξίες” τείνει να εκλείψει από το λεξιλόγιό μας, τείνει να γίνει είδος “μουσειακό”, μια απλή λεξικογραφική καταχώρηση της… παρελθούσας συνείδησής μας… Ίσως ορθότερο είναι να λέμε πως τείνει [αν δεν έχει γίνει ήδη…] ν’ αντικατασταθεί από μία μόνο “αξία” [με “α” μικρό και μέσα σε εισαγωγικά φυλακισμένη…]: Το Χρήμα.
“Το Χρήμα είναι Θεός”, θυμάμαι που έγραφε κι απήγγειλε, παλαιότερα, κάποιος. “Αγοράζει συνειδήσεις” συνέχιζε. “Αγοράζει…” …και τι δεν αγοράζει!...
Όχι πως είναι δα αποκλειστικά σύγχρονο φαινόμενο. Κάθε άλλο μάλιστα! Από καταβολής κόσμου, στο διάβα ολόκληρης της ιστορίας, βρίθουν τα παραδείγματα και οι περιπτώσεις που το χρήμα και ο πλούτος αναδείχθηκαν σε “υπεραξία”: Προδοσίες κάθε είδους και μορφής… Κορυφαίο παράδειγμα τα “τριάντα αργύρια” ως “τιμή του τετιμημένου”, μα και, πέρα απ’ αυτό, καθημερινά, εδώ και αιώνες, ασταμάτητα, πόσοι και πόσοι δεν “πουλάνε και τη μάνα τους” ή “ακόμα και την ψυχή τους στο διάβολο”, που λένε [ή και που έγραψε ο Γκαίτε, στον “Φάουστ”] για χρήμα, πλούτο και εξουσία…
[Έγραφα, παραπάνω πως “στο διάβα ολόκληρης της ιστορίας, βρίθουν τα παραδείγματα και οι περιπτώσεις που το χρήμα και ο πλούτος αναδείχθηκαν σε υπεραξία” και σκέφτομαι πως, τουλάχιστον για κάποιους, ολόκληρη η ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο, κατά βάθος, παρά μια έκφανση του οικονομικού φαινομένου… αλλά η σχετική συζήτηση μπορεί να διαρκέσει ώρες ατελείωτες και να μας πάει αλλού και γι’ αυτό λέω να την αφήσω για την ώρα…]
Σκέφτομαι και θλίβομαι, συγκρίνοντας πως αξιολογούσαν – αξιολογούσαμε τους ανθρώπους παλαιότερα [μέχρι και πριν από τρεις – τέσσερεις δεκαετίες, ίσως;…] και πώς σήμερα.
Σήμερα “άξιος και επιτυχημένος” είναι μόνον αυτός που έχει πολλά χρήματα και περιουσία. Χωρίς να μας πολυενδιαφέρει πώς τα απέκτησε [τουλάχιστον όχι μέχρι να αποκαλυφθεί, οπότε και μάλλον θα του φορτώσουμε όλοι το “ανάθεμά” μας, για να είμαστε “εντάξει” με την –“ξεπουλημένη” πια- συνείδησή μας!...]: Μεγαλέμποροι ναρκωτικών, μεγαλέμποροι ελπίδων και ονείρων, “μάνατζερς” και “ατζέντηδες”, εκδότες και διακινητές πορνογραφικού υλικού, έμποροι λευκής [και μαύρης… και κίτρινης…] σάρκας, βιομήχανοι και επιχειρηματίες, εγκληματίες με λευκά κολάρα, μεγαλοδικηγόροι, μεγαλογιατροί κ.λπ. κ.λπ…. όλοι τους “άξιοι και πετυχημένοι”, αρκεί να έχουν κάνει περιουσία…
Παλαιότερα, θαρρώ, πως άξιζε ο γιατρός μονάχα γι’ αυτό που ήταν, γι’ αυτό που γνώριζε, γι’ αυτό που έκανε, για το ότι “έδινε τη ζωή του και τον χρόνο του” στην έρευνα και στην προσφορά προς την κοινωνία, όχι σπάνια ακόμα και μη εισπράττοντας αμοιβή απ’ όσους δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια. Σήμερα, αντ’ αυτών έχουμε ως “sinequanon” [και “άνευ αυτού ου δύνασθαι ποιείν ουδέν”…] το “φακελάκι”…
Παλαιότερα υπήρχαν, απ’ ό,τι γνωρίζω, δικηγόροι που αναλάμβαναν και έφερναν εις πέρας υποθέσεις αφιλοκερδώς, μόνο και μόνο για ν’ αναδειχθεί το δίκαιο, κι έχοντας πάντα ως πυξίδα κι οδηγό αυτό ακριβώς που τάχθηκαν κι ορκίστηκαν να υπηρετούν: το δίκαιο. Ενώ σήμερα [και διορθώστε με αν κάνω λάθος] μηχανεύονται τα πάντα και γίνονται ακόμη και “καραγκιόζηδες”, μόνο και μόνο για να κερδίσουν μιαν υπόθεση και την αμοιβή που συνεπάγεται…
Και τι να πούμε, εξάλλου, για εμπόρους κι επιχειρηματίες, βιομήχανους και μεγαλόσχημους “μάνατζερς”, που έχουν “πατήσει επί πτωμάτων” [τόσο μεταφορικώς, όσο και, ενδεχομένως, σε κάποιες περιπτώσεις, κυριολεκτικώς] για να αποκτήσουν πλούτο (και δόξα και εξουσία…)
Ουαί!...
“Ουαί”, θα πείτε, το δίχως άλλο, γι’ αυτές τις περιπτώσεις. Και είναι αυτή, τόσο για εσάς, όσο και για μένα, η εύκολη λύση: Το “ουαί”, το “ανάθεμα” των άλλων… Ακόμα και όλων των άλλων, εκτός, βεβαίως, των “άμεμπτων” εαυτών μας, ο καθένας μας!...
Κι όμως φοβάμαι [κι ετούτο με τρομάζει πιότερο] πως οι περισσότεροι από εμάς, μέσα στον μεγαλοαστισμό ή στον μικροαστισμό ή στην φτώχεια μας, ανάλογα, ο καθένας μας, κατά βάθος ελάχιστα διαφέρουμε, στην πραγματικότητα, απ’ όλους αυτούς τους [τάχα] λίγους “μεγαλόσχημους”… Φοβάμαι ότι ίσως να μη γίναμε σαν αυτούς [“σαν τα μούτρα τους”, που λένε…] όχι για κάποιον άλλο λόγο, αλλά γιατί δεν μας δόθηκε η [“μεγάλη”] ευκαιρία.
Διότι νομίζω πως στην καθημερινότητά μας, ο καθένας μας, τηρουμένων των αναλογιών, κάνει τις ανάλογες (και μάλιστα αλλεπάλληλες!) ηθικές υποχωρήσεις…
Ο λιανέμπορος, για παράδειγμα, ακόμα κι ο απλός φρουτέμπορος της λαϊκής αγοράς, δεν παύει να αισχροκερδεί, ακόμα κι αν δεν έχει, σε απόλυτες τιμές, το κέρδος του μεγαλέμπορου…
…κι ο “παπατζής” με τους “αβανταδόρους”και τα “τσιράκια” του, κατά βάση μάλλον καθόλου δεν διαφέρει απ’ τον ιδιοκτήτη ενός λαμπερού καζίνου… Κι ίσως, μάλιστα, να ονειρεύεται να γίνει κάποτε ένας τέτοιος…
Να συνεχίσω με άλλα παραδείγματα; Θαρρώ πως δεν χρειάζεται, διότι αναμφίβολα έγινε αντιληπτό αυτό που εννοώ…
Για να επιβιώνουν τα όντα, πρέπει να εξελίσσονται. Να προσαρμόζονται. Στις εκάστοτε συνθήκες. Διαφορετικά είναι καταδικασμένα σε εξαφάνιση…
Θα το έχετε ακούσει ή διαβάσει, φαντάζομαι, πως σύμφωνα με τους επιστήμονες, τα έμβια όντα με τη μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα είναι… οι κατσαρίδες!... Αυτές, κατά πως λέγεται, θα είναι, ίσως, τα τελευταία έμβια όντα του πλανήτη, ικανές να επιβιώσουν ακόμα και από πυρηνικό ολοκαύτωμα!...
[Οι κατσαρίδες, λοιπόν, μην το ξεχνάτε!...]
Στο πέρασμα του χρόνου, δεκάδες χιλιάδες είδη έχουν εξαφανιστεί και εξακολουθούν να εξαφανίζονται. Και μάλιστα στην εποχή μας με όλο και πιο γρήγορο ρυθμό… Υπάρχουν είδη που πια τα “συναντούμε” μόνο ως φωτογραφίες ή σχέδια ειδικών επιστημόνων (και) σε μουσεία ή ως απολιθώματα…
[Απολιθώματα! Να το θυμάστε και αυτό, θα επανέλθω…]
Αναρωτιέμαι εάν και κατά πόσο και πώς ακριβώς ισχύει ο νόμος της εξέλιξης και της προσαρμοστικότητας στους ανθρώπους και στις κοινωνίες…
Στο πέρασμα των χρόνων και των εποχών, τι μας διδάσκει η εμπειρία και η πραγματικότητα; Μπορεί, για παράδειγμα, ένας συνειδητός υπέρμαχος της “μη-βίας” να επιβιώσει, άραγε, στη μάχη με τον πρεσβευτή του “δικαίου του ισχυροτέρου”;… Όχι, το δίχως άλλο, αν δεν “εξελιχθεί”, αν δεν “προσαρμοστεί”… Γι’ αυτό, άλλωστε [τι; Είναι άραγε τυχαίο;…] λιγοστεύουν συνεχώς κι εξαφανίζονται οι Ποιητές (με «Π» κεφαλαίο). Οι Ποιητές για τους οποίους κάποιος πολιτικός είχε πει, αν θυμάστε, εκείνο το αμίμητο… […Δεν το γράφω καν, διότι… προσπαθώ να το ξεχάσω!...]
Έγραψα για “πολιτικούς” και θυμήθηκα κι ετούτο, που είναι –βεβαίως- απόλυτα σχετικό με όσα γράφω: Είναι τυχαίο, άραγε, που (σχεδόν) εξαφανίστηκαν οι άξιοι πολιτικοί, αυτοί δηλαδή που δεν “εξελίχθηκαν” και δεν “προσαρμόστηκαν” με του πολιτικάντηδες, που έχουν έρθει στα πράγματα;
[Θυμάστε το “ανθ’ ημών Γουλιμής”; Να σας θυμίσω κι εγώ ότι αντί για πολιτικούς – διανοούμενους, όπως για παράδειγμα ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος κι ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, που είχαμε πριν από τρεις – τέσσερις δεκαετίες, έχουμε σήμερα ως (δήθεν) “πολιτικούς”, διάφορες TV-περσόνες;…]
Λέγεται πως “οι λαοί έχουν τις εξουσίες και τους πολιτικούς που τους ταιριάζουν και τους αξίζουν”
[Τους άλλους, αυτούς δηλαδή που “δεν μας κάνουν”, είτε τους εξοστρακίζουμε, όπως τον δίκαιο Αριστείδη, είτε τους δολοφονούμε, όπως τον σπουδαίο Καποδίστρια, είτε –ακόμα- τους περιορίζουμε σε ένα ελάχιστο – ασήμαντο ποσοστό, όπως τον Κωστή Στεφανόπουλο, ως ενεργό πολιτικό δηλαδή πριν τον αναδείξουμε Πρόεδρο της Δημοκρατίας κ.λπ.]
Αναρωτιέμαι τι προηγήθηκε στον φαύλο κύκλο που έχουμε περιπέσει: Οι “υπήκοοι” “προσαρμοστήκαμε” στις “βουλές” (με την έννοια του “επιθυμίες”) και στα “καπρίτσια” των πολιτικάντηδων ή αυτοί “προσαρμόστηκαν” στην γενική κατάπτωση ημών των σύγχρονων Ελληναράδων;…
Σκέφτομαι και θλίβομαι… για το πόσο “ταιριαστά” και “προσαρμοσμένα” είναι τα παρακάτω φαινόμενα:
Θεωρούμε το κράτος εχθρικό και, αντίστοιχα, το Κράτος μας εχθρεύεται…
Φοροδιαφεύγουμε ασύστολα και με κάθε ευκαιρία… [και “με το δίκιό μας”, βέβαια, αφού…] …και το κράτος μας κλέβει συνεχώς, και δεν σέβεται τα χρήματα που εισπράττει απ’ τους φόρους μας…
Ζητούμε “αξιοκρατία παντού”… τη στιγμή που δεν μπορούμε να την ανεχθούμε όταν αυτή μας αφορά και λειτουργεί εις βάρος των ατομικών μας συμφερόντων…
Κατηγορούμε τους βουλευτές για… “βολευτές”, ενώ παράλληλα κι εμείς αυτό έχουμε ως “ελληνικό όνειρο”, δηλαδή να βρούμε κάπου “να τη βολέψουμε” και, μάλιστα, ζητάμε από τους ίδιους τους “βολευτές” να μας βολέψουν κι εμάς και τα παιδιά μας… [Αξιοκρατικά, πάντα, βεβαίως – βεβαίως!...]
Τους μεμφόμαστε ότι δεν βουλεύονται (με την πραγματική έννοια της λέξεως), όταν κι εμείς έχουμε πάψει από καιρό να σκεπτόμαστε, να στοχαζόμαστε…
Αναθεματίζουμε όσους είναι αναμεμειγμένους με οικονομικά σκάνδαλα, ενώ κατά βάθος, εκ πεποιθήσεως απατεώνες και εν δυνάμει “λαμόγια” κι εμείς, ψάχνουμε ευκαιρίες για να “πιάσουμε την καλή”!...
Ανήθικοι κι εκείνοι, ανήθικοι κι εμείς!... Απλώς σ’ εμάς δεν δόθηκε η ευκαιρία να το αποδείξουμε…
κ.λπ. κ.λπ. κ.λπ……
Καθένας μπορεί να αποφασίσει…
…αν θα καταλήξει μουσειακό “απολίθωμα” στη σύγχρονη κοινωνία…
Σπουδαίο συναίσθημα, σκέφτομαι, ο ενθουσιασμός!...
[Μπορεί, άραγε, να προσεγγίσει κάποιος τα συναισθήματα με τη σκέψη;…]
…Σε παρασύρει σε μια δίνη… ικανή να σε ανεβάσει ψηλά, σαν ανεμοστρόβιλος, ως τα ουράνια, “στον έβδομο ουρανό”…
…και, αντίστοιχα, αν τυχόν χαθεί, “σε ρίχνει κάτω” και μπορεί, έτσι, να συντριβείς…
Σκέφτομαι τέσσερεις –πέντε περιπτώσεις που μπορεί να συμβούν αυτά σε κάποιον: Περιπτώσεις που μπορούν να προκαλέσουν ενθουσιασμό: Η σκέψη –φιλοσοφία και η πίστη – θρησκεία… Η τέχνη… Η αγάπη κι ο έρωτας…
Όταν σε “κυριέψει” “εξ εφόδου”, που λένε, ο [θεός] Έρωτας, ο έρωτας για κάποιον ή, έστω, για κάτι… πραγματικά νιώθεις να πετάς… σε πιάνει ίλιγγος… Εν-θουσιάζεσαι με το άλλον... που γίνεται “oΘεός” σου… και σ’ ανεβάζει στα ουράνια… στον παράδεισο… Μόνο που ύστερα, το ίδιο ξαφνικά, όταν πια περάσει ο ενθουσιασμός… είναι πιθανό να σε ρίξει στην κόλαση…
Η Αγάπη σίγουρα δεν έχει την ορμή του έρωτα. Ούτε, βεβαίως, τις μεταπτώσεις του… Δεν είναι δα “ανεμοστρόβιλος” , μα ένα διαρκώς ούριο αεράκι, ένας άνεμος , που αν του αφεθείς, μπορεί να σ’ ανεβάσει (και) αυτή στα ουράνια… και να σε κρατήσει για πάντα εκεί… Διότι αυτή η Αγάπη στην οποία αναφέρομαι είναι “η αγάπη που ουδέποτε εκπίπτει”… Είναι, υπό μία έννοια και θεώρηση, “η πνοή η ζώσα” που, για τους πιστούς, ενεφύσησε, συμβολικά νοούμενο, ο Θεός στον άνθρωπο, όταν τον έπλασε “κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση”, δίνοντάς του κάτι απ’ τη δική του την ουσία… Και, όπως ξέρουμε… ή όπως νιώθουμε, σωστότερα, “ο Θεός αγάπη εστί”…
Συναφές είναι και το θέμα του “ενθουσιασμού” που προκαλεί η Πίστη…
…Κατ’ αρχάς νοούμενη ως εμπιστοσύνη. Σε κάτι ή σε κάποιον… Μια τέτοια πίστη σου δίνει τεράστιες δυνάμεις… [“Μετακινεί βουνά”, που λέει η Βίβλος…] Δίνοντας ή έχοντας εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, μπορείς να καταφέρεις τα πάντα… Έχοντας εμπιστοσύνη σε κάποιον μπορείς να τον ακολουθήσεις στα πιο ριψοκίνδυνα ταξίδια και περιπέτειες… Σωματικές και πνευματικές – διανοητικές… Ο φόβος είναι μην αποδειχθεί ανάξιος της εμπιστοσύνης… Οδηγοί και δάσκαλοι “ακραίων σπορς”, για παράδειγμα, που έβαλαν τους άλλους “να παίξουν τη ζωή τους κορώνα –γράμματα” και… την έχασαν, καθώς δεν τους υπέδειξαν τις απαραίτητες προφυλάξεις… Και έτσι, η αδρεναλίνη που γέννησε ο ενθουσιασμός “πήγε στράφι”… Το ίδιο, αντίστοιχα, συνέβη και με πνευματικούς “δασκάλους” και “ταγούς”, τάχα, γκουρού ή μοναχούς ή αρχηγούς σε διάφορες “σέκτες”… Πόσους οδήγησαν σε επικίνδυνα μονοπάτια, στο χείλος του γκρεμού… απ’ όπου γκρεμίστηκαν – συντρίφθηκαν… Ή να σας πω, να σας μιλήσω, για παράφρονες στρατηγούς που οδήγησαν το στρατό τους σε μάχες από πριν χαμένες ή/και για θρησκευτικούς ηγέτες, που εμφύσησαν τον θρησκευτικό φανατισμό ιδίως σε “νεοφώτιστους”, ενθουσιασμένους και ενθουσιώδεις “πιστούς” – “οπαδούς”, γενίτσαρους της (όποιας!) θρησκευτικής πίστης (της χριστιανικής συμπεριλαμβανομένης…) και αντί της αγάπης φύτεψαν το μίσος και, με τον ίδιο εν-θουσιασμό (τάχα!) τους οδήγησαν σε θρησκευτικούς πολέμους και σφαγές κατά των (όποιων άλλων!) “απίστων”!...
Μίλησα ακόμα, νωρίτερα, και για τη Σκέψη. Όσοι έχουν ζήσει, όσοι έχουν “βιώσει” αυτή την εμπειρία, αναμφίβολα εύκολα θα με αντιληφθούν, θα με καταλάβουν: Υπάρχουν σκέψεις που γεννιούνται στο ανθρώπινο μυαλό, πράγματα, καταστάσεις και φαινόμενα που, έξαφνα, σαν από έμπνευση, κατανοείς, θεωρίες που αιφνίδια γεννιούνται μέσα σου ή προβάλλουνε μπροστά σου… που εξίσου με τις προηγούμενες περιπτώσεις σε ενθουσιάζουν!... Σαν, ξαφνικά, όλα να φωτίζονται, σαν όλα “να μπαίνουν σε τάξη”… Και στροβιλίζεσαι σε μια διανοητική υπερδιέγερση… Το πνεύμα σου σα να ’χει καβαλήσει ένα ατίθασο άτι και να τρέχει τον ανήφορο… το άρμα σου να σε ανεβάζει ως τα ουράνια… [Έτσι όπως ο προφήτης Ηλίας… ή ο Ήλιος ο Φαέθωνας…] Μια φιλοσοφική θεωρία που γεννιέται μέσα σου, πρωτογενώς, πρωτότυπη, ή που κατανοείς, σ’ ενθουσιάζει… γιατί σου δίνει, πια, νόημακαι σκοπό ζωής…
…Αλλά κι αυτός ο ενθουσιασμός μπορεί να σε οδηγήσει, ενδεχομένως, σε απογοήτευση ή/και σε καταστροφή… Σαν αντιληφθείς, για παράδειγμα, πως “ήταν φώτα, χίλια φώτα [φώτα τεχνητά…], μα δεν ήτανε το φως” που εσύ ζητούσες… Αν η φιλοσοφική θεωρία που αποδέχθηκες ως αληθινή, σου δίνει μεν νόημα, τάχα, της ζωής, αλλά όχι και σκοπό ζωής, και αντιθέτως… Αν το άλογο που “είχες καβαλήσει” γρήγορα αποδείχθηκε “κουτσό”… Ή αν το ταξίδι σου, ψηλά στον ουρανό, η πτήση σου προς τον ήλιο… σου έλιωσε τα φτερά, έτσι όπως του Ίκαρου, του (αρχικά) τόσο ενθουσιασμένου…
Υπάρχει τέλος (;) και η Τέχνη. Είτε τη συναντάς ως αποδέκτης, δηλαδή ως θεατής ενός σπουδαίου ζωγραφικού πίνακα ή ενός γλυπτού ή ως ακροατής ενός υπέροχου μουσικού κομματιού κ.λπ., είτε, πολύ περισσότερο, ως δημιουργός!... Με όποια απ’ τις δυό αυτές μορφές αν σε συνεπάρει η Τέχνη, αν σε εν-θουσιάσει, μπορεί να σε οδηγήσει, παρέα με τις Μούσες, οπουδήποτε, σε κάθε συναίσθημα… μέχρι το ακραίο όριο της αισθητικής απόλαυσης που προσφέρει ή ίδια η φύση!...
…Αυτοί οι τέσσερεις –πέντε λόγοι που μπορούν να μας κάνουν να εν-θουσιαστούμε, είναι, νιώθω και σκέπτομαι, οι δρόμοι που μπορούν να μας οδηγήσουν στο Θεό… και στην θεώση!...
Άλλωστε ας μη ξεχνάμε τη σοφία που μας προσφέρει, ενσωματωμένη σ’ αυτήν, η ίδια η λέξη [“Αρχή σοφίας, ονομάτων επίσκεψις”…]. H λέξη “ενθουσιασμός”, κατά κυριολεξία, παράγεται και προέρχεται από τις λέξεις “εν” και “Θεός”, δηλαδή “Θεός εν ημίν… Θεός μέσα μας…Θεός στην καρδιά μας”…
Αν μη τι άλλο ας είναι τα παραπάνω αφορμή για περαιτέρω σκέψεις ενόψει Χριστουγέννων!...
Τη θυμάστε αυτή τη φράση; Τη θυμάστε, δεν μπορεί! Είναι η χαρακτηριστική φράση του μικρού πρωταγωνιστή της ταινίας “Έκτη Αίσθηση”…
[Αλήθεια, πάλι, θυμάστε μια άλλη φράση: “Περπατώ και κοιτάζω γύρω μου και βλέπω χαμογελαστούς ανθρώπους” κ.λπ. Έχω την αίσθηση (που πολύ απέχει από την… έκτη αίσθηση!...) πως ήταν σε κάποιο διαφημιστικό. Δηλαδή κι αυτό πολύ απέχει απ’ την πραγματικότητα!...]
Λοιπόν…
Δεν είναι η φαντασία μου! Δεν είναι επιστημονική φαντασία! Είναι η πραγματικότητα του παρόντος, των μεγαλουπόλεων του 2008:
Κοιτάζω γύρω μου και βλέπω νεκρούς ανθρώπους!... Δίποδα αυτοκινούμενα… Ρομπότ με σάρκα και οστά… Ανθρωπόμορφα… Ανθρωποειδή…
…που τρέχουν…
…και ξεχνούν να σταθούν…
…ή, πάλι, που στέκονται απαθή….
…όταν χρειάζεται να τρέξουν, να συντρέξουν…
Τρέχουν… κινούνται… λες κι είναι προγραμματισμένα...“Λες κι είναι προγραμματισμένοι”, σωστότερα, αφού μιλάμε για ανθρώπους!... Σε ό,τι κάνουν… Σαν υπνωτισμένοι λες… Ή σαν να εκτελούν τον κώδικα εντολής που τους έδωσαν:
“Τρέχουμε τώρα!... Τρέχουμε να βγάλουμε λεφτά! Λεφτά για το “προς το ζειν”… Λεφτά, λεφτά, κι άλλα λεφτά!... Παράγουμε!... Παράγουμε συνεχώς!... Αυτή είναι η πεμπτουσία της ύπαρξής μας!...”
“Σπίτι – δουλειά, δουλειά – σπίτι”!...
“Μαμ – κακά – και νάνι…”
…Α, και τηλεόραση!... Για να “επαναπρογραμματιζόμαστε”… ήτοι να κάνουμε “download”τις τελευταίες μας “ανάγκες” για ψώνια και υλικά αγαθά, την τελευταία έκδοση του λειτουργικού μας συστήματος “στόχοι ζωής”…
Πρόβλημα δυσλειτουργίας από το παλιότερο λειτουργικό μας σύστημα… Από τότε που ζούσαμε!... [εκτός εισαγωγικών!...]. Υπόλοιπα μιας συναισθηματικής ζωής, που σήμερα προκαλούν, ακόμα, σπασμωδικές μηχανικές κινήσεις γύρω απ’ τους μύες του στόματος και στα μάτια…. Εκεί συχνά μπορούν ακόμα να ενεργοποιήσουν τους δακρυγόνους αδένες, που πλέον χρησιμοποιούνται μόνο για φυσιολογικούς λόγους, δηλαδή της προστασίας του ματιού, ενώ οι άλλοι λόγοι, δηλαδή οι συναισθηματικής προέλευσης, θεωρούνται, πλέον, “παρά φύση” και “εκτός εποχής”…
Πεινάω, φίλε μου (αναγνώστη)! Πεινάω και διψάω!...
Τι να καταλαβαίνεις, άραγε, διαβάζοντας τα παραπάνω; Τι να νιώθεις; Ή, σωστότερα, πόσο μπορείς να με νιώσεις;…
Γενικότερα: Πόσο μπορούμε, άραγε, εμείς οι άνθρωποι, να καταλάβουμε, “να νιώσουμε” τον άλλον, τον οποιονδήποτε, όταν μας λέει, στα φανάρια για παράδειγμα: “Πεινάω, κύριε, πεινάω!... Δώστε μου μια βοήθεια… ό,τι έχετε ευχαρίστηση!...
“Διψάω!” σου λέει κι ο άλλος. “Διψώ!” κραύγασε πάνω στο σταυρό κι ο Ιησούς, λίγο πριν ξεψυχήσει… “Διψάω” σου λέει και το παιδάκι, κι ύστερα πίνει μόνο μια μικρή γουλίτσα, παίρνει το ποτήρι και το χύνει… Την ίδια ώρα κάποιος ξεστρατισμένος πεζοπόρος μπορεί να σέρνεται κάπου στην έρημο, ελπίζοντας σε μια – δυό σταγόνες, τουλάχιστον, νερό…
Για να νιώσουμε τον άλλο… για να τον καταλάβουμε… πρέπει (δηλαδή είναι απαραίτητο) αφενός μεν να έχουμε προσωπικές εμπειρίες και βιώματα από αντίστοιχες περιπτώσεις (ή, έστω, φαντασία για ν’ αντικαταστήσει και να συμπληρώσει το τυχόν σχετικό μας έλλειμμα…), αφετέρου δε ευήκοον ους και ανοιχτή καρδιά, με διάθεση “να μπούμε στα παπούτσια” και στη συναισθηματική κατάσταση του άλλου…
“Πεινάω”, λοιπόν, νιώθει ο καθένας μας, εάν τυχόν καθυστερήσουμε για κάποιο λόγο, έστω και για λίγο, το χρονικά προγραμματισμένο δείπνο ή γεύμα μας ή, έστω, το “δεκατιανό” μας…
“Πεινάω”, όμως, νιώθει και ψελλίζει, με όση δύναμη (ή αδυναμία…) του έχει απομείνει, ο άνεργος άστεγος, που μπορεί να έχει ξεχάσει πότε έφαγε “κανονικά” και “πλήρες γεύμα” για τελευταία φορά…
…Κι αναρωτιέται κανείς… υπάρχει, άραγε, μεγαλύτερη απ’ αυτή την πείνα και τη δίψα;…
…Κι όμως… Ακόμα και οι χορτασμένοι και οι καλοζωισμένοι της ζωής, αν το καλοσκεφτείς, νιώθουν “πεινασμένοι” και “διψασμένοι” που ελάχιστα, ίσως υπολείπεται από την παραπάνω πείνα και δίψα… Μόνο που αυτές τους οι ανάγκες δεν αφορούν στον υλικό, μας σε άλλους τομείς…
Κάποιοι πεινούν και διψούν για δικαιοσύνη! [Πόσο εύκολο είναι να νιώσουμε αυτόν τον βαθύτατο πόνο του αδικημένου;…]
Κάποιοι πεινούν και διψούν για συντροφικότητα, για αγάπη!... [Κάποιοι;… Όλοι μας, πείτε καλύτερα!... Φανταστείτε, όμως, πόσο περισσότερο αυτό ισχύει για τους μοναχικούς, για τους “απόκληρους” της ζωής…]
Όλοι μας, εξάλλου, λίγο ως πολύ, μα πιότερο οι επιστήμονες, πεινούν και διψούν για απαντήσεις στα μεγάλα επιστημονικά ερωτήματα που ακόμα παραμένουν αναπάντητα…
…Και τι να πούμε, εξάλλου, για τη μεγάλη πείνα και δίψα της ζωής: Την ανεύρεση του νοήματος και του σκοπού της ζωής μας! Την απάντηση στα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα: Γιατί ζούμε; Δημιουργία ή τύχη; Υπάρχει Θεός; Υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο;…
Πεινάω και διψάω… Υπό αυτή την αμέσως παραπάνω έννοια. Πεινάω και διψάω αφάνταστα!... Όλοι το νιώθουν αυτό, τουλάχιστον για κάποια περίοδο της ζωής τους, συνήθως στην εφηβεία τους. Καλώς ή κακώς πολλοί, οι περισσότεροι ίσως, δίνουν άπαξ μία απάντηση κι ύστερα “καθαρίζουν” πια για το υπόλοιπο της ζωής τους, “βολεύονται” πια στο “ήρεμο λιμάνι” των “κατασταλαγμένων” απόψεών τους και πια δεν παίρνουν το ρίσκο να ξαναβγούν στο φουρτουνιασμένο πέλαγος των αμφιβολιών και ν’ αντιμετωπίσουν πάλι τα ίδια κύματα, τα ίδια ερωτήματα… Καλώς ή κακώς… εξακολουθώ να πεινώ και να διψώ…
…Το ’γραψα, το ξανάγραψα… τόσο που θυμήθηκα, συνειρμικά, ένα παλιό βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά, με τίτλο ακριβώς αυτό: “Πείνα και Δίψα”. Πρέπει να το είχα διαβάσει στην έκδοση του 1981, μα ήδη κυκλοφορεί η (6η) έκδοση, του 2005. Απ’ αυτό το βιβλίο, λοιπόν, θα σπεύσω, αμέσως μετά, να αναρτήσω κάποια αποσπάσματα στο άλλο ιστολόγιό μου, το Eagle. Όχι ότι σε ξεδιψά ένα τέτοιο βιβλίο. Απλά και μόνο περιγράφει την αντίστοιχη αγωνία και την ανάγκη ενός άλλου ανθρώπου, και μάλιστα ιδιαίτερα μεγάλου!
Διψάω, φίλε μου (αναγνώστη)!
Πες μου, όμως. Εσύ… έχεις ευχαριστηθεί ποτέ σου νερό;!...
Υ.Γ.: Τα αποσπάσματα από το βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά, που σας υποσχέθηκα παραπάνω, θα τα βρείτε εδώ:
(… «μες στη νύχτα του χειμώνα, άνθισε μια ανεμώνα» !…)
…Ξύπνησα «απ’ τα άγρια μεσάνυχτα», που λένε… Κι ως συνήθως προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, γυρνώντας πλευρό, ξανά και ξανά… Μάταιο το στριφογύρισμα! Και, όπως αποδείχθηκε, καλύτερα έτσι…Γιατί, θέλοντας και μη, άρχισα να σκέφτομαι… …Πόσον καιρό είχα (την πολυτέλεια!…) να το κάνω αυτό; Από πότε ο φόρτος εργασίας της καθημερινότητας δεν μ’ έχει αφήσει να αναπνεύσω ελεύθερα, να ονειρευτώ και να συλλογισθώ;… (Όχι, δεν φταίει πάντα και μόνο «η ζωή» ή και «η άτιμη η κοινωνία» γι’ αυτό. Φταίω πρώτα και πάνω απ’ όλα εγώ ο ίδιος…)
Σε μακάρισα, ξέρεις, άγνωστέ μου καλλιτέχνη! Εσύ έχεις για δουλειά και καθημερινή ενασχόληση αυτό ακριβώς που εσένα σ’ ευχαριστεί και που όλοι μας θα θέλαμε: Να γεμίζεις αυτή την πόλη, αυτό τον κόσμο, με χρώματα και ομορφιά!… Σπουδαία δουλειά, στ’ αλήθεια!… Μακάρι να μπορούσα να το ’κανα κι εγώ…. Να παίρνεις ένα μονότονα άσπρο καμβά και να τον στολίζεις με σχήματα και χρώματα, με ζωή και συναισθήματα, με καρδιά, την δική σου καρδιά… Να πιάνεις ένα μουντό τοίχο και να τον μεταμορφώνεις… Θα ’θελα μια μέρα να μου δείξεις κι εμένα να ζωγραφίζω… Έχω στα συρτάρια μου ένα σωρό μπογιές και χρώματα, μα δεν ξέρω πώς να τ’ ακουμπήσω… Και στα συρταράκια της καρδιάς μου έχω ένα σωρό συναισθήματα, έτοιμα να πάρουν σχήμα και μορφή… (Όχι, χρώμα δεν χρειάζεται να τους προσθέσει κανείς… είναι χρωματιστά από μόνα τους…)
…Φαντάσου, λέει, να πάρουμε όλοι μας πινέλα και μπογιές, και με τραγούδια (…Θυμάσαι, βέβαια, πως τα «τραγούδια» έρχονται από την «τραγωδία»! Ίσως να ’ναι η κάθαρσή της, λέω εγώ…) και φωνές, να ξεχυθούμε σ’ αυτή την γκρίζα πόλη και να γεμίσουμε τον κάθε τοίχο της με σχήματα και χρώματα!… Φαντάσου, λέει, να μετατρέψουμε τα «ντουβάρια» σε πολύχρωμες αυλές, σε θάλασσες, σε ονειρικά τοπία… Με τόσο πολύ χρώμα, που και τα λούκια κι οι υδρορροές να στάζουνε πολύχρωμα, να σχηματίζονται έγχρωμα ρυάκια… «Σε μακάρισα», έγραψα νωρίτερα, σε ζήλεψα. Κι εσένα κι όσους έχετε το χάρισμα ετούτο, το θεϊκό… Μα γρήγορα κατάλαβα τον ρόλο όλων μας, τον ρόλο όλων των άλλων, των «μη χαρισματικών» και «μη προνομιούχων»… Και σκέφθηκα πως όλοι μας μπορούμε κι έχουμε το ίδιο χάρισμα, μπορούμε να παίξουμε τον ίδιο ρόλο: …Φαντάσου, λέει, να βγάλουμε όλοι μας τα αισθήματα τα όμορφα, που τα ’χουμε κρυμμένα, σαν πολύτιμα, στο βάθος της καρδιάς μας (τόσο που, απ’ τον χρόνο, κατάντησαν «είδη μουσειακά»…) και να τα σκορπίσουμε, σαν κομφετί, στους τέσσερις ανέμους… (Παράλογο όνειρο;.. Θα μας φανεί η όλη εκδήλωση σαν καρναβάλι, σαν «μασκαράτα»;… Τι κρίμα που φθάσαμε να το θεωρούμε έτσι!…) Φαντάσου, λέει, να βρούμε, όλοι μας, εκείνο το κλειδάκι που κάπου κρύψαμε (στην εφηβεία μας, στα παιδικά μας χρόνια;…), εκείνο το κλειδάκι που ανοίγει το συρτάρι της ψυχής μας με τις καραμέλες και τα γλειφιτζούρια τα πολύχρωμα, κι αφού τα βγάλουμε από ’κεί μέσα, να τρέξουμε να τα μοιράσουμε, γιορτιάρες μέρες που ’ρχονται, σε όλα τα παιδιά του κόσμου… Φαντάσου, λέει, ύστερα, ν’ αποφασίσουμε να «ξεκλειδώσουμε» το πρόσωπό μας, το σοβαρό ή και το σκυθρωπό, και να χαμογελάσουμε στον διπλανό μας!… Φαντάσου, λέει, ν’ αφήσουμε ελεύθερο το χέρι μας ν’ αγγίξει αυτό του γείτονά μας, του αδελφού μας, τα δάχτυλά μας να σκουπίσουνε το δάκρυ του πλησίον μας… Φαντάσου, λέει!… …Αναρωτήθηκα: Ξύπνιος είμαι ή ακόμα ονειρεύομαι; Μπήκε χειμώνας ή ξημερώνει άνοιξη; Ετοιμάζομαι να γιορτάσω τα Χριστούγεννα ή οι καμπάνες (της ψυχής μου μόνο, άραγε…) μου σημαίνουν την Ανάσταση;…