Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

Μεγάλη Παρασκευή… (…πριν από χρόνια…)

Τα παρακάτω είχαν γραφεί μια Μεγάλη Παρασκευή, πριν από (κάποια…) χρόνια…]:


Α’

“Επιθυμίαν επεθύμησας”, Κύριε, εκείνο το Πάσχα, “φαγείν με τους μαθητάς Σου”.

Εγώ επεθύμησα, απλώς, να φάγω…

…Κι οι σύγχρονοι “μαθητές Σου” με περιφρόνησαν…

Και γνώρισα κι άλλους…

…που δεν μπορούσαν καν να έχουν επιθυμίες…


Δεν λυπάμαι για μένα.

Εκείνους λυπάμαι!

Και πιότερο, ακόμα, τους “μαθητές Σου”…


B’

Πόθησα να δω την εκκλησία γεμάτη.

Την είδα!...

…και μετάνιωσα!...


Πανηγύριζαν τα περιοδικά ότι γέμισαν οι εκκλησίες.

Από πιστούς”! Από πίστη.

Από πίστη;…


Αν έβλεπαν, θα καταλάβαιναν.

Και θα μετάνιωναν.

Όχι τα περιοδικά!

Οι όψιμοιπιστοί…


Γ’

Στον Κήπο της Γεθσημανή, Κύριε, ήσουνα μόνος.

Το ίδιο κι ως τον Γολγοθά Σου.

Μόνος.

Μέσα στο πλήθος..


Οι μαθητές Σου δεν μπορούσαν να σε βοηθήσουν.

Εκείνη τη στιγμή.

Δεν σε ένιωσαν. Δεν σου έμοιαζαν.

Και, έτσι, ζήτησες βοήθεια από μακριά…


Μόνος κι εγώ μέσα στο πλήθος της λειτουργίας της Αγίας Παρασκευής.

Ανήμποροι οι φίλοι μου και οι γνωστοί μου

να νιώσουν το δικό μου “Γολγοθά”.

Δεν τους κατηγορώ γι’ αυτό!


Λυπάμαι που’ναι τόσο μακριά

Αυτός που θα μπορούσε να με βοηθήσει

Ο όμοιός μου.

Ο άλλος εαυτός μου!...


Δ’

Γιατί φεύγετε, λοιπόν, μόλις “βεβαιωθείτε” για τη Σταύρωσή μου;

Γιατί φορέσατε τα γιορτινά σας και περάσατε να ανάψετε ένα κερί, στον Τάφο μου, στο δρόμο για τη διασκέδασή σας;

(…εάν, βεβαίως, η “κοινωνικότητά” σας δεν σταματήσει εδώ…)


Κι όταν έγινε, πια, η Ανάστασή μου, γιατί δεν μείνατε για τη Χαρά;

Ανάψατε, άραγε, απ’ τη φλόγα της Ανάστασης καμιά φλογίτσα στην καρδιά σας;

Κι ο οβελίας σας, άραγε, να ’ναι κι αυτός από χαρά για τη δική μου την Ανάσταση;


Θα μου απαντήσετε του χρόνου! Την Μεγάλη Τρίτη! Της μετανοίας…