Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

Φόρος τιμής. Σε πρόσωπα και ιστολόγια. Και σε μια επέτειο (Πάλι και πάλι!)


Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί, τρόπον τινά, συνέχεια των εξής αναρτήσεων:

και αναρτάται σε… “δια-ιστολογικό δίκτυο” (EagleSeagull)


Σας το ’πα κι άλλοτε, σας το ’χω αποκαλύψει:

Τα σύμφωνα της λέξης “seagull”, η ραχοκοκαλιά της, είναι τα αρχικά του ονόματός μου…

Και τα σύμφωνα της λέξης “eagle” [:το όνομα του δεύτερου ιστολογίου μου], η δική της ραχοκοκαλιά, συμβαίνει να είναι τα αρχικά του ονόματος του μακαρίτη του πατέρα μου…


Ο πατέρας μου μ’ έμαθε, παιδί ακόμα, όπως έγραψα κάπου, κάποτε, “να κοιτάζω ψηλά στον ουρανό και ν’ αναζητώ”“Οι ιδέες κινούν τον άνθρωπο”, συνήθιζε να λέει. “Οι ιδέες και το πνεύμα”

[Παρεμπιπτόντως να επισημάνω κάτι, που στην οικογένειά μας έχει ιδιαίτερη σημασία: Μετά από πολύμηνη ταλαιπωρία σε νοσοκομεία, ο πατέρας μου πέθανε, προ ετών, ανήμερα “του Αγίου Πνεύματος”. Μέρα σημαδιακή!....]


Σύμβολο πνευματικότητας (και δύναμης του πνεύματος –και όχι μόνον) είναι, από αιώνες, ο αετός. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, απ’ τα πολλά που θα μπορούσα, ίσως, ν’ αναφέρω, πως ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, ο συγγραφέας του επονομαζόμενου “πνευματικού ευαγγελίου” (σε αντίθεση με τα άλλα τρία, τα “ιστορικά”), έχει ως σύμβολό του τον αετό…


Διόλου τυχαία, λοιπόν, αλλά συνειδητά και “επί τούτου”, ονόμασα το δεύτερό μου ιστολόγιο “Eagle”. Όχι μόνο και όχι τόσο για να τιμήσω τον πατέρα μου, όσο, κυρίως, για να τιμήσω αυτή του την τάση, που κληρονόμησα απ’ αυτόν, την πνευματικότητα που μου άφησε ως παρακαταθήκη… Γι’ αυτό και, όπως έχω επισημάνει σε παρόμοιες, σαν την παρούσα μου, αναρτήσεις “αναφοράς”, στο παρελθόν, περιεχόμενο αυτού μου του ιστολογίου είναι αυτά που εγώ και η δική μου η γενιά γενικότερα κληρονομήσαμε απ’ τον πατέρα μου και από τους πατεράδες μας, αντίστοιχα, κι εκείνοι, ίσως, απ’ τους δικούς τους…

Φράσεις, σκέψεις, σχόλια, κείμενα κ.λπ., που είναι, κατά το μάλλον ή ήττον, διαχρονικά, και που συχνά μένουν και κιτρινίζουν και μουχλιάζουν μέσα σε μπαούλα και συρτάρια… Και μόνο με τον καιρό, ανάλογα και με τα βιώματά μας και τις εμπειρίες μας, καταλαβαίνουμε, κάποια στιγμή, την αξία τους…

Όλοι μας, όπως προείπα, θαρρώ, άλλοι λιγότερο κι άλλοι περισσότερο, μπορεί κάποτε να θεωρήσουμε ή και να θεωρούμε ακόμα, ετούτα που γράφονται εδώ, σ’ αυτό το ιστολόγιο, ως “παρωχημένα”, “παλαιομοδίτικα”, “παράταιρα”, “ξεπερασμένα” και ανάξια λόγου. Και να πιστεύουμε, εγωιστικά και υπερφίαλα, πως τα δικά μας τα “πιστεύω”, οι δικές μας οι σκέψεις, τα δικά μας τα γραπτά, είναι ανώτερα απ’ αυτά και έχουν μεγαλύτερη αξία…


Έτσι κι εγώ, ως νέος αφελής και άμυαλος, έριξα πιότερο το βάρος στο “Seagull” ιστολόγιό μου και έδειξα λιγότερη προσοχή στο “Eagle” μου. Μέχρι που σήμερα, σήμερα που το “Eagle” έχει κι αυτό επέτειο (μια και κλείνει ένα χρόνο στον αέρα…), διαπίστωσα ετούτο: Πως παρότι o “Αετός” έχει μόλις 43 αναρτήσεις (δηλαδή 25 λιγότερες από τον “Γλάρο”) κι έχει ζωή, ως τώρα, ένα περίπου μήνα λιγότερο από εκείνον, έχει… “περισσότερες ώρες πτήσης” από εκείνον! Έχει δεχθεί, με άλλα λόγια, περισσότερες θεάσεις από εκείνον (και μάλιστα με μέσο όρο θέασης – ανάγνωσης αναρτήσεων, ανά επισκέπτη, ιδίως τον τελευταίο μήνα, 3,2 έναντι 1,7 του “Γλάρου”…)


[…Τα είδε ετούτα τα στοιχεία ο “Γλάρος”, διάβασε και τις στατιστικές, όμως… δεν “γλάρωσε”… Ούτε δα “ψάρωσε”!... Κάθε άλλο, μάλιστα. Άλλωστε ο… αετός πατέρας του, του είχε πει, και το ’χει ενστερνισθεί από καιρό κι ο ίδιος, πως δεν είναι κριτήρια της ποιότητας η ποσότητα, ή η αποδοχή του κόσμου και η επισκεψιμότητα… Πάνω στην ώρα, εντελώς επίκαιρα, κι ανήμερα σ’ ετούτη την επέτειο (μα εντελώς τυχαία, ειλικρινά!...), η “Κλέφτρα Κίσσα” ανάρτησε, στη δική της τη φωλιά, μια (ακόμα) ανάρτηση, κλεμένη από καιρό, με τίτλο “Γιατί δεν έχω μετρητή” (http://kleftrakissa.blogspot.com/2008/10/blog-memoryland-gerasimos.html), γραμμένο απ’ τον “Γεράσιμο - Memoryland”. Και σας θυμίζω πως πριν από λίγο καιρό είχε αναδημοσιεύσει και μία άλλη, κάπως σχετική, ανάρτηση, με τίτλο “Η παγίδα με το τυράκι” (http://kleftrakissa.blogspot.com/2008/10/blog_17.html), γραμμένη από την “Σοφία Κου”, που θα μπορούσε να λέγεται και… “Σοφή Κου-κουβάγια”….]


…Μια σοφή κουκουβάγια, πάντως, με τη σοφία και την πείρα της, θα πρότεινε, το δίχως άλλο, “και τούτο ποιείν, κακείνο μη αφιέναι”

Σήμερα, λοιπόν, αποφάσισα να ξαναδώσω προσοχή και σημασία περισσότερη, όπως του αξίζει, και σε αυτό το άλλο ιστολόγιό μου, το “Eagle”, που σήμερα έχει γενέθλια και το είχα παραμελήσει…

[…Και, για να μην ξεχνιόμαστε, θα πρέπει να ξαναρχίσω, με την ευκαιρία, να ρίχνω πάλι, από καιρού εις καιρόν, λίγα ψιχουλάκια και στο “Σπουργιτάκι” μου… (http://spourgitistefanos.blogspot.com/)]

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2008

Πανδώρας μύθος – Άλλη μια ανάγνωση & Μια άλλη ανάγνωση

Πανδώρα. Η προικισμένη με όλα τα δώρα.

Η Αφροδίτη της χάρισε, λέει, κάλλος. Ο Ερμής, λένε, την προίκισε με θάρρος και εξυπνάδα. Κι οι άλλοι (Ολύμπιοι) θεοί με άλλα θέλγητρα, προσόντα κι αρετές…

Ξαναδιαβάζω αυτό τον (γνωστό σε όλους μας) μύθο και… άθελά μου, μου έρχεται η σκέψη, πως θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η Ελλάδα αυτή η Πανδώρα… Καθώς συνηθίζεται να γράφεται, η χώρα μας είναι “ευλογημένη απ’ τους θεούς”: Θέση εξαιρετική, κλίμα ήπιο, μεσογειακό, ομορφιές κάθε είδους και μορφής… Κι οι κάτοικοί της, κι αυτοί το ίδιο “ευλογημένοι”, το ίδιο προικισμένοι: Έξυπνοι, φιλότιμοι, ανοιχτόκαρδοι, δημιουργικοί, “έξω καρδιά”. Με έγνοια για τον συνάνθρωπο, με σεβασμό για τους ηλικιωμένους κ.λπ.

…Όλα αυτά στα χρόνια τα πανάρχαια, τα (σχεδόν) μυθικά, δηλαδή “παραμυθένια”

[Είναι “πολύ καλά κι ιδανικά πλασμένα, για να είναι (ή να παραμείνουν…) αληθινά”…]

Ο μύθος, στη συνέχειά του, μιλά και για τα όσα εφιαλτικά ακολούθησαν [Χμ… η λέξη “εφιαλτικά” δεν είχε καν πλαστεί ακόμα τότε και, φυσικά, δεν είχε αυτό το νόημα που έχει σήμερα]. Αυτή η γυναίκα, λοιπόν, συνεχίζει ο μύθος, η Πανδώρα, η πρώτη γυναίκα επί της γης [το “η πρώτη γυναίκα επί της γης” θα μπορούσε, στην ανάγνωσή μας αυτή, να έχει έννοια ιεραρχική, να αναφέρεται δηλαδή στην πατρίδα μας, έτσι δεν είναι;…] προσφέρθηκε ως σύζυγος στον Επιμηθέα, παρότι ο σοφότερος αδελφός του, ο Προμηθέας, του ’χε συστήσει να μην δεχθεί κανένα τέτοιο ή άλλο δώρο. Μα… τέτοιο δώρο θα μπορούσε, άραγε, ποτέ να τ’ αρνηθεί κανείς;… [Σε τελική ανάλυση τι το κακό έχει, άραγε, μια τέτοια προικισμένη πατρίδα; Εδώ σαν κάπου να πάσχει, σκέφτομαι, ο παραλληλισμός και η νέα διάσταση της ανάγνωσης που επιχειρώ…]. Και, πολύ περισσότερο, πώς θα μπορούσε ο Επιμηθέας ν’ αρνηθεί ένα τέτοιο δώρο, μια τέτοια προσφορά, που εμείς ανέκαθεν, ως λαός, κωφεύαμε στις υποδείξεις, στις συμβουλές και στα κελεύσματα του (όποιου!) Προμηθέα, και πάντα είχαμε την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του Επιμηθέα… [Ακόμα και εγώ, που έρχομαι να γράψω σχετικά, το κάνω, δυστυχώς, ως Επι-μυθέας και όχι ως Προ-μυθέας….]

Ο μύθος καταλήγει, όπως ξέρετε, με τρόπο τραγικό [Xμ… κι αυτή η λέξη, “τραγικός”, εφευρέθηκε πολύ αργότερα, στους χρόνους τους ιστορικούς…]: Στο σπίτι του Επιμηθέα υπήρχε, επιμελώς σφραγισμένο, κουτί ή πίθος, που το άνοιγμά του ήταν αυστηρά απαγορευμένο σε όλους. Ο Έλληνας, όμως, ως γνωστό, “δεν υπομένει ζυγό στον τράχηλο” και φυσικά δεν ανέχεται και δεν υπακούει σε απαγορεύσεις [Ίσως αυτό το δώρο να μη βρέθηκε κανένας θεός να του το δώσει ή ο ίδιος να το απαρνήθηκε… για να κομπάζει πως, τάχα, είναι έτσι “ελεύθερος”!...] Πόσο δε μάλλον που πρόκειται για την Πανδώρα, που έχει και την “καπατσοσύνη” και την “τσαχπινιά” να παραβεί όλους τους κανόνες!... [Kαι να νομίζει πως το κάνει, μάλιστα, “χαριτωμένα”… (Μην τυχόν και δεν “παινέψουμε” τον Έλληνα τον καταφερτζή και κάθε έκφανση του χαρακτήρα του!...) Κάτι σαν τις… “βασίλισσες της μεσημεριανής τηλεοπτικής ζώνης”, δηλαδή, που νομίζουν ότι προσφέρουν κοινωνικό έργο, “ξεσκεπάζοντας κάθε τι” κι “αποκαλύπτοντας τα πάντα”…]. Ήταν κι η γυναικεία περιέργεια, βλέπεις, που συχνότατα ξεπερνά το μέτρο! [Διότι η περιέργεια ήταν κι αυτή, ανέκαθεν, ένα στοιχείο του χαρακτήρα του Έλληνα, που τον οδήγησε στο να μεγαλουργήσει, αργότερα, σε όλους τους τομείς: Επιστήμη, Τέχνη, Εξερευνήσεις, Εμπόριο, Φιλοσοφία. Μα όταν κι αυτή ξεπερνά το “μέτρο”, αυτό που αργότερα θα τονίσουν και θ’ αναδείξουν σε αρετή οι κλασικοί Έλληνες φιλόσοφοι, τότε “πανουργία και ου σοφία” αποδεικνύεται…].

Πώς, λοιπόν, ν’ αντισταθεί η Πανδώρα, στον πειρασμό να μάθει το περιεχόμενο του πίθου ή του κουτιού; Μόλις, λοιπόν, σήκωσε το πώμα, συνέβη ένα απ’ τα δύο [διότι, όπως θα ξέρετε ίσως, υπάρχουν δύο διαφορετικές, ως προς το σημείο αυτό, παραλλαγές του μύθου]: Είτε ξεχύθηκαν από μέσα όλα τα, άγνωστα ως τότε, δεινά του ανθρώπου, που απλώθηκαν ένα γύρο [:παραλλαγή του Ησίοδου], είτε ξεπήδησαν από μέσα όλα τ’ αγαθά [διότι αυτά, και όχι τα δεινά, υπήρχαν μέσα στο κουτί] κι αμέσως φτερούγισαν και χάθηκαν μακριά [όπως είναι η παραλλαγή των μεταγενέστερων αρχαίων συγγραφέων].

Διαλέξτε μία από τις δύο παραλλαγές και, αντίστοιχα, κάν’ τε τον παραλληλισμό που της ταιριάζει: Είτε γέμισε η Ελλάδα [ή, ορθότερα, οι Έλληνες…] όλα τα “κακά της μοίρας μας”, για τα οποία όλοι μας, λίγο –πολύ, καθημερινά παραπονούμαστε, είτε ξέμεινε η Ελλάδα [ή, αντίστοιχα, οι Έλληνες…] από κάθε τι θετικό κι επαινετό…

Από κάθε τι; Απ’ όλα; Χμμ! Όχι ακριβώς!... Πρόλαβε ευτυχώς, λέει ο μύθος, κι έκλεισε το καπάκι η Πανδώρα, κι έκλεισε μέσα στο κουτί, το τελευταίο που είχε μείνει μέσα απ’ το περιεχόμενό της: την Ελπίδα!

Μεγάλο δώρο, στ’ αλήθεια, ετούτη η Ελπίδα! Καλά που υπάρχει κι αυτή. Σπουδαίο δώρο από την [ή για την] Πανδώρα. Και για τους Έλληνες και την Ελλάδα… Τους σημερινούς Έλληνες και τη σημερινή Ελλάδα…

Μα για την ελπίδα θα τα πούμε κάποια άλλη φορά!

[Για την ώρα τελειώσαμε… Thats all folks, όπως τελειώνουν οι ταινίες!... Και, όπως συχνά επισημαίνουν, “όλα τα παραπάνω είναι φανταστικά, είναι μύθος, και καμιά σχέση δεν έχουν με την πραγματικότητα, με πρόσωπα και καταστάσεις”… Ή μήπως έχουν;…]

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Περί σκοπού και νοήματος ζωής

Κάποιοι απ’ αυτούς που το (εξουσιαστικό) “σύστημα” χαρακτηρίζει κι αποκαλεί (για ευνόητους ή μη λόγους) συλλήβδην “αναρχικούς” [καλά, δεν σας μιλώ δα και για τον… Μπακούνιν], μου χάρισε, πριν από χρόνια, γραμμένο σε κάποιο ξεχασμένο (και ίσως πια ασβεστωμένο ή γκρεμισμένο…) τοίχο, δύο (πώς να τα πεις;…) “συνθήματα”, κατά τη γνώμη μου εκπληκτικά (και κάθε άλλο παρά αν-αρχικά, μα ιδιαίτερα φιλοσοφημένα):

Υπάρχει ζωή πριν απ’ τον θάνατο;”

και

Αφού δεν αυτοκτονείς, τότε γιατί δεν ζεις;”

………………………………………………………………………………………

Αποσιωπητικά… Πολλά αποσιωπητικά… Και σιωπή… Άφθονη σιωπή… Με μόνωση… Για στοχασμό!... Όλα χαρισμένα από μένα για… όλους μας… για να σκεφθούμε… Για την ακρίβεια: Για να ξανασκεφτούμε…

…“Γιατί ζούμε;… Τι σημαίνει (για μας) ζωή; Έχει κάποιο νόημα; Έχουμε κάποιο προορισμό;…

Ερωτήματα που αναμφίβολα όλοι έχουμε θέσει στον εαυτό μας, και μία και δύο και περισσότερες στιγμές ή περιόδους της ζωής μας, μα πιστεύω πως είναι χρήσιμο και πρέπει (ως “χρη” και όχι ως “δει”…) να τα θέτουμε στον εαυτό μας και να στοχαζόμαστε επί αυτών ξανά και ξανά, σε μια συνεχή αγωνία ζωής, σαν μια επαναλαμβανόμενη (και τελικώς ζωοδότρα) πείνα ή δίψα για ζωή…

…Δεν σας έχω έτοιμο και στρωμένο το… “τραπέζι”. To αν και τι θα “φάτε” ή θα “πιείτε” είναι θέμα του καθενός. Και ευθύνη προσωπική!

[Επιτρέψτε μου, με την ευκαιρία, να παραπέμψω σε ένα ποίημα τουλάχιστον ενδιαφέρον, με τον τίτλο “Άνθρωποι”, που διάβασα πριν από καιρό, και που ήδη έχω αναρτήσει στο άλλο ιστολόγιό μου (Eagle), εδώ: http://eaglestefanos.blogspot.com/2007/10/blog-post_2328.html]

Άλλος θ’ ανοίξει τη βρύση και θα πιει… Άλλος θα επιλέξει “μπουκάλια εμφιαλωμένα”. Άλλος ίσως πάει να σηκώσει νερό απ’ το πηγάδι. Κι άλλος είναι διατεθειμένος να “πάρει τα βουνά”, να πάει στα ψηλά, για να ’βρει πηγές με γάργαρο νερό… Ό,τι μπορεί να σημαίνει, συμβολικά, για τον καθένα, κάθε μία απ’ αυτές τις περιπτώσεις… Και, αντίστοιχα, άλλοι θα φάνε “ψωμί και ελιά”, άλλοι πλουσιοπάροχα, άλλοι θα ανοίξουνε “κονσέρβα” να τραφούνε, άλλοι θα φάνε ελαφρά κι άλλοι θα βαρυστομαχιάσουν κ.λπ. κ.λπ.

[Παρένθεση –χμ…- άσχετη: Αλήθεια, φίλοι μου “τρώμε για να ζούμε ή ζούμε για να τρώμε;”, όπως μπορεί να ρώταγε, ίσως, ως “απορία της Παρασκευής”, ο φίλος μας ο “Αντώνιος G”].

Δεν έχω, το λοιπόν, έτοιμες λύσεις ως απαντήσεις στον καθένα για να δώσω. Οφείλει ο καθένας να κάνει μόνος του τις επιλογές του, μόνος του να δώσει τις απαντήσεις σ’ ετούτα τα σπουδαία θέματα:

Σκοπός ζωής

και

Νόημα ζωής.

Και μια που ήρθε έτσι η συζήτησή μας, επιτρέψτε μου να παρατηρήσω πως αυτά τα δύο, σκοπός και νόημα (ζωής), δεν είναι, εννοιολογικά, ταυτόσημοι όροι.

Το παρακάτω επεξηγηματικό κείμενο δεν είναι δα δικό μου, μα είναι, νομίζω, αρκετά διαφωτιστικό:

«Το πρώτο βήμα είναι να διαχωρίσουμε το νόημα από το σκοπό […] Ας υποθέσουμε πως κάθεστε σε ένα εστιατόριο, διαβάζοντας τον κατάλογο. Ποιος είναι ο σκοπός του καταλόγου; Να σας βοηθήσει να διαλέξετε κάτι για να φάτε. Ποιο είναι το νόημα του καταλόγου; Να σας πληροφορήσει για τις επιλογές σας. Εάν βρίσκεστε σε ένα εστιατόριο στη Γαλλία και δεν γνωρίζετε ούτε λέξη γαλλικά, τότε ο κατάλογος δεν έχει νόημα για εσάς, ακόμη και αν γνωρίζετε το σκοπό του. Άρα, μπορείτε να βρείτε σκοπό χωρίς νόημα. Από την άλλη, εάν πάτε σε ένα εστιατόριο και καταλαβαίνετε τον κατάλογο μια χαρά, μα βρίσκετε τις τιμές τόσο εξωφρενικές ώστε να μη θέλετε ή να μην μπορείτε να παραγγείλετε φαγητό, τότε ο κατάλογος έχει νόημα για εσάς, αλλά δεν εξυπηρετεί κανένα σκοπό. Άρα μπορείτε να βρείτε και νόημα χωρίς σκοπό. Τώρα πάλι, φανταστείτε κάποιον που δεν έχει ξαναπάει ποτέ του σε εστιατόριο και επιπλέον δεν γνωρίζει να διαβάζει. Ο κατάλογος δεν έχει νόημα και δεν θα εξυπηρετεί κανένα σκοπό για αυτόν. Τέλος, φανταστείτε ότι κατάλογος περιέχει λαχταριστές φωτογραφίες των κυρίων πιάτων, και φανταστείτε κάποιον που, αντί να παραγγείλει φαγητό, αρχίζει να τρώει τις φωτογραφίες. Αυτό το πρόσωπο θα είχε μπλέξει το νόημα με το σκοπό. Το ίδιο ισχύει όταν ταξιδεύετε με το αυτοκίνητό σας και συμβουλεύεστε τον οδικό χάρτη. Το νόημα αυτού του χάρτη είναι η αναπαράσταση της περιοχής, ενώ ο σκοπός του είναι να σας οδηγήσει στον προορισμό σας. Συνήθως δεν υποθέτει κανείς πως αν χαράξει τη διαδρομή που θέλει να ακολουθήσει, τελειώνει και το πραγματικό ταξίδι. Ξανά, έτσι θα μπερδεύαμε το νόημα με το σκοπό. Αυτή είναι ουσιαστικά η φιλοσοφική συμβουλή του Άλφρεντ Κορζίμπσκι (και αργότερα του Άλαν Ουάτς), που προειδοποίησαν ότι ο κατάλογος δεν είναι το γεύμα και ο χάρτης δεν είναι η περιοχή. Ομοίως, το νόημα δεν είναι ο σκοπός» [Λου Μαρινοφ, Πλάτωνας όχι Πρόζακ, σελ. 326-327 παρ.2]

Σκοπός ζωής, λοιπόν, επανέρχομαι. Επανέρχομαι πάλι και πάλι… Εδώ και χρόνια… Για μια “ολόκληρη ζωή” ως τώρα. Και συνεχίζω… Επαναπροσδιορίζοντας κάθε τόσο τη θέση μου και την κατεύθυνσή μου…

…Έτσι ακριβώς όπως συμβαίνει και με τη σύγχρονη μόδα: τα GPS. Μόνο που για να ’ναι επιτυχημένο το παράδειγμα αυτό, η παρομοίωση, θα πρέπει να επισημάνω πως πρόκειται για πορεία [και τότε, ιδίως, έχει αξία περισσότερη το GPS…] εκτός δρόμου, έξω από την πεπατημένη… Γιατί τότε έχει περισσότερη αξία η ζωή, όταν φεύγεις απ’ τις λεωφόρους και τις οδούς τις ασφαλτοστρωμένες, όταν παίρνεις τις ατραπούς, τα μονοπάτια… κι ακόμα καλύτερα, βέβαια, όταν ανοίγεις εσύ αυτά τα μονοπάτια, όταν ανακαλύπτεις κόσμους, όταν πορεύεσαι με μόνα βοηθήματα κάποιους χάρτες ή, ίσως, για περιοχές αχαρτογράφητες (πόσες μπορεί να υπάρχουν ακόμα, στην εποχή μας;…), μόνο με την πυξίδα, τον ήλιο και τ’ αστέρια [Μιλώντας, μάλιστα, για την εποχή μας, την διαστημική, μιλώντας δηλαδή για πορεία ανάμεσα στα άστρα, ακόμα και οι χάρτες κι οι πυξίδες και τα GPS χάνουν πανελώς την αξία τους… και μόνα σταθερά σημεία προσανατολισμού μένουν ο ήλιος, οι πλανήτες, τα άστρα… κι αργότερα οι γαλαξίες…]

Μα… ας επανέλθουμε… Ανέκαθεν μου άρεσε… τι λέω… ανέκαθεν το ένιωθα ως ανάγκη, να ’χω μαζί μου χάρτη και πυξίδα, για να εντοπίζω μονοπάτια, ακόμα κι αν τελικά δεν τ’ ακολουθούσα… [Ανέκαθεν, δηλαδή, διάβαζα ή ενημερωνόμουν ή συζητούσα με ανθρώπους, ακόμα και για θεωρίες που τελικά δεν ασπαζόμουν…] Μου άρεσε να εντοπίζω πηγές, να ξεδιψάω την υπαρξιακή αγωνία μου.

“Ο προορισμός του ανθρώπου”, «Γιατί ζεις;” κι άλλα παρόμοια βιβλία ήταν, μεταξύ πολλών άλλων, κάποια αναγνώσματά μου, ιδίως κατά την εφηβεία μου… [Κάτι σαν “χάρτες” και “πυξίδα” που είπα παραπάνω…] Αργότερα συνειδητοποίησα ότι κι αυτά δεν ήταν απαραίτητα: Αρκούσε να κοιτάξω ψηλά, τον ήλιο και τ’ αστέρια, για να βρω τον δρόμο και την κατεύθυνσή μου [Αρκεί, βεβαίως, να μην υπήρχε, στην ψυχή μου, συννεφιά!...]

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

“Γενέθλια” ή “Επέτειος”

Ωφελούν τα μνημόσυνα; Κι αν ναι, ποιους ακριβώς; Τις ψυχές των νεκρών ή αυτές των ζωντανών;…

Μη μου απαντήσετε! [Αν θέλετε, σκεφτείτε το “κατά μόνας”…]. Άλλωστε δεν είναι αυτό το σημερινό μου θέμα. Μου προέκυψε αυθόρμητα (και… αυθαίρετα!...) όταν σκεφτόμουν το θέμα της ημέρας:


Ωφελούν οι επέτειοι; Οι γιορτές; Τα γενέθλια;…

Τι ουσιαστικό νόημα έχει, για παράδειγμα, η επέτειος του Πολυτεχνείου; Της 28ης Οκτωβρίου; Της 25ης Μαρτίου; Η επέτειος της 1ης του Μάη; Γιορτές ή πανηγυράκια; Ουσία ή κενός τύπος; Λόγοι καρδιάς παγωμένα και αποστεωμένα λογύδρια γεμάτα “τσιτάτα”;… Τι νόημα έχουν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά; Απλές ευκαιρίες για αργίες, διακοπές και γιορτές; Τι νόημα έχει, πολύ περισσότερο, η προσωπική “πρωτοχρονιά” του καθενός, δηλαδή τα γενέθλιά του; Για εμάς τα… “όταν κάποτε ήμασταν” παιδιά, ήταν καλή ευκαιρία να μαζευτούν οι φίλοι, να παίξουμε, να μας χαρίσουν δώρα οι μεγαλύτεροι. Τώρα, όπως, που… μεγαλώνουμε, είναι καλό κι ωφέλιμο, νομίζω, να αποκτήσουν πια κάποια “ουσία”, κάποιο περιεχόμενο τα γενέθλιά μας… Να γίνονται, κάθε χρονιά, ευκαιρίες για απολογισμό (της χρονιάς που πέρασε), προγραμματισμό (της χρονιάς που ξεκινά), επανακαθορισμό στόχων και προτεραιοτήτων, απόρριψη των “βαριδιών” που ανούσια κουβαλάμε και μας κουράζουν και “ανεφοδιασμό” μας [διότι το μέλλον, όπως μας λέει και ο ποιητής, θα φέρει ξηρασία…]

Σε μια τέτοια φάση, απολογισμού – προγραμματισμού και ανεφοδιασμού, βρίσκομαι κι εγώ σήμερα. Διότι, βλέπετε, σαν σήμερα, πριν από ένα χρόνο, γεννήθηκα στον κόσμο της blog-όσφαιρας!... Έχω γενέθλια, λοιπόν!... Ώρα για απολογισμό και αποτίμηση…


Τι ακριβώς θα μπορούσε να είναι ένας τέτοιος απολογισμός; Τι να περιλαμβάνει; Το να γράψω πως ανάρτησα “x” (66 για την ακρίβεια) κείμενα; Είναι πολλά ή λίγα; Κι αν ήταν λίγα, μήπως “ισορροπεί” το γεγονός ότι δεν ήταν δα και ολιγόλογα… μάλλον μακροσκελή (ή και “σχοινοτενή”) θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει τα περισσότερα απ’ αυτά. Και πώς αξιολογούνται, άραγε, οι (όποιες!) αναρτήσεις; Από τις λέξεις που αποτελούνται; Ή μήπως παίρνουν αξία από τα σχόλια και τις συζητήσεις που προκαλούν; Μήπως, όμως, δεν είναι αυτό το ασφαλές κριτήριο, αλλά οι αναρτήσεις παίρνουν αξία από την επισκεψιμότητα ενός ιστολογίου; Κατά την εκτίμησή μου, όχι! [Και ευτυχώς, νομίζω, που παρότι –καλώς ή κακώς- υπέκυψα στον πειρασμό να βάλω “μηχανάκι” – μετρητή, ποτέ μου δεν τον έκανα εικόνισμα, ποτέ μου δεν τον προσκύνησα, δεν του έδωσα αξία… (Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου να επισημάνω κι ένα σχετικό κείμενο που είχε γράψει, προ καιρού, η άγνωστη φίλη – blogger “Σοφία Κου”, στο ιστολόγιό της “Η ζωή είναι ωραία”, και είχε αναρτήσει με τίτλο “Η παγίδα με το τυράκι”, που μπορείτε να το διαβάσετε εδώ: http://anatash.pblogs.gr/2008/07/h-pagida-me-to-tyraki-.html και θα το αναδημοσιεύσω, σήμερα κιόλας, στο άλλο μου ιστολόγιο, την “Κλέφτρα Κίσσα”)]


Και τότε τι; Και τότε πώς; Με τι κριτήριο και πώς αξιολογώ, ίσως με ρωτήσετε, εγώ ο ίδιος το ιστολόγιό μου;

Νομίζω πως κριτήριο και “λυδία λίθος” θα πρέπει να αποτελέσει, εκ των πραγμάτων, ο λόγος που μου προκάλεσε την επιθυμία (ή την ανάγκη) να υπάρξω στον χώρο αυτό. Τον λόγο αυτό τον είχα εξηγήσει ήδη στην δεύτερη ανάρτησή μου, με τίτλο “Ιστολόγιο; Γιατί;” (http://seagullstefanos.blogspot.com/2007/10/blog-post_19.html). Έγραφα τότε:

«[…] Τα τελευταία χρόνια, κάποια από τα κείμενά μου δημοσιεύτηκαν σ’ ένα πολιτιστικό περιοδικό. Φίλοι, γνωστοί ή/και άγνωστοι εκφράστηκαν κολακευτικά. Δεν αξίζει να παινεύομαι γι’ αυτό: Ήταν και άλλοι αναγνώστες, πολλοί περισσότεροι, που δεν εξέφρασαν καμιά άποψη, ούτε θετική ούτε αρνητική. Ίσως να ήταν οι ίδιοι αδιάφοροι, ίσως να ήταν τα κείμενα τελείως αδιάφορα… Γι’ αυτό αποφάσισα να καταφύγω στην blog-όσφαιρα: Διότι είναι δυναμική και (ειδικότερα) διαδραστική. Διότι εδώ καθένας (σας) μπορεί να εκφράσει τις απόψεις του, είτε επώνυμα είτε ανώνυμα, ελεύθερα. Μπορεί να συμφωνήσει ή (ακόμη καλύτερα;!...) να διαφωνήσει. Να προκληθεί διάλογος, συζήτηση (συν+ζήτηση) για το αληθές και το ορθό. Το περιμένω, το ελπίζω, το εύχομαι…»

Τα σχόλια, λοιπόν, ήταν ο σκοπός μου, η επιδίωξή μου. Που ιδίως την περίοδο Δεκεμβρίου 2007 – Ιανουαρίου 2008 φάνηκε να έχουν την επιθυμητή δυναμική. Και ύστερα φυλλορρόησαν… Μέχρι που μετά πια από τις καλοκαιρινές διακοπές (και την αντίστοιχη διακοπή των αναρτήσεών μου), το τοπίο αποκαλύφθηκε τελείως φθινοπωρινό… συχνά χωρίς ούτε ένα φύλλο [διάβαζε: “χωρίς ούτε ένα σχόλιο”…] στα κλαδιά των αναρτήσεών μου… Υπό το πρίσμα αυτό προφανώς θα πρέπει να παραδεχθώ, όσο λυπηρό κι αν είναι αυτό, την αποτυχία της προσπάθειάς μου, πως δηλαδή οι αναρτήσεις μου δεν είναι ικανές να προκαλούν (ή να “προσελκύουν”) κάποια “comments”…

Για λόγους “ιστορικής πληρότητας”, πάντως, θα πρέπει να επισημάνω ότι οι φίλοι κι οι γνωστοί μου που διάβαζαν τις αναρτήσεις μου (ή τις αναδημοσιεύσεις τους στο πολιτιστικό περιοδικό “O Δημοφών”, όπου έγραφα και γράφω εδώ και οχτώ περίπου χρόνια), εξακολουθούσαν να με σχολιάζουν “διά ζώσης” και “κατά πρόσωπο”, συνήθως, όμως, και πάλι επαινετικά, κάτι που βέβαια καθόλου δεν με βοηθά να διορθώσω τόσο τον γραπτό μου λόγο όσο και, ιδίως, το περιεχόμενό του, δηλαδή τον εαυτό μου…


Κι αν έμειναν και μένουν, όμως, έτσι οι αναρτήσεις μου, σαν δένδρα φθινοπωρινά, γυμνά από φύλλα –σχόλια, φαίνεται πως δεν έχουν πάψει να τα επισκέπτονται κάποια πουλιά... Όχι, βέβαια, για να “κουρνιάξουν” (…δεν το επιτρέπουν δα οι συνθήκες…), μα ίσα –ίσα, έστω, για να ξαποστάσουν λίγο… Ελάχιστα απ’ αυτά, κατά πως φαίνεται, ήταν και είναι “διαβατάρικα”, που ήρθαν και κάθισαν για δυο –τρεις αναρτήσεις… κι ύστερα πετάξαν μακριά… κατά τα μέρη του ενδιαφέροντός τους και του προορισμού τους…. Τα περισσότερα, πάντως, ήταν και είναι… από εδώ γύρω… της περιοχής… Και τα ευχαριστώ που επανέρχονται… και με συντροφεύουν…

Δεν υπάρχω γι’ αυτά, όμως, βέβαια! Δεν γράφω γι’ αυτά! Δεν γράφω αυτά που θα ήθελαν, ίσως, να διαβάσουν… Για μένα γράφω. Ανέκαθεν και τώρα. Νυν και (ελπίζω και) στο μέλλον [το “αεί” είναι μεγάλη κουβέντα, γι’ αυτό και την απέφυγα…] Γράφω γιατί το νιώθω. Γιατί θέλω να εκφραστώ. Γιατί υπάρχω και ζω και απ’ αυτό. Και ζω όπως το νιώθω ή όπως το φέρνουν οι συνθήκες, αναλόγως…

Γι’ αυτό και το ιστολόγιό μου δεν απέκτησε ποτέ “ρυθμό”. Ποτέ μου δεν το θέλησα αυτό, ποτέ μου δεν το επεδίωξα, να γράφω δηλαδή συστηματικά, σε τακτά χρονικά διαστήματα, παρότι θα μπορούσα να το κάνω κι έτσι. Συνήθως γράφω κι αναρτώ ένα κείμενο την κάθε εβδομάδα, και μάλιστα συνήθως Σαββατοκύριακο, που μου το επιτρέπει ο ελεύθερος από την εργασία και τις υποχρεώσεις μου χρόνος. Έχουν υπάρξει, όμως, και περίοδοι, που έγραφα πολύ πιο συχνά, μέρα παρά μέρα, ή ακόμα και (μία φορά νομίζω) δύο αναρτήσεις μέσα σε μία μέρα. Μα έχουν υπάρχουν και περίοδοι “αναδουλειάς” και πλήρους απραξίας μέχρι και πάνω από μήνα. Αυτό συμβαίνει ακόμα περισσότερο με δύο απ’ τα άλλα ιστολόγιά μου, το “Σπουργίτι” και το “Eagle”, ενώ το τέταρτό μου, το… “στερνοπούλι” μου, κλέβει συστηματικά και κάθε μέρα!...

Και μια που αναφέρθηκα στην “Κλέφτρα Κίσσα”, σ’αυτά δηλαδή που κλέβω απ’ τ’ άλλα ιστολόγια που διαβάζω, οφείλω, νομίζω, σ’ ετούτη την επέτειο… έτσι το νιώθω… σ’ ετούτο το επετειακό “λογύδριο” μου, να ευχαριστήσω, για άλλη μια φορά, κάποιους συν-bloggers που μου έκανα και εξακολουθούν να μου κάνουν (και να τους κάνω…) παρέα. Έχω αναφερθεί ξανά σ’ αυτούς, τόσο προσφάτως, όταν, προ μηνός περίπου, έκανα την αναγγελία για το ξεπέταγμα (“απ’ τ’ αυγό”…) και το πρώτο φτερούγισμα της “Κλέφτρας Κίσσας” [http://kleftrakissa.blogspot.com/2008/09/blog-post_30.html], όσο και παλαιότερα, από ετούτο εδώ το ιστολόγιο, και μάλιστα σε μια ανάρτηση αντίστοιχη με την παρούσα, τότε δηλαδή που έκανα, με την είσοδο της χρονιάς που διανύουμε, τον απολογισμό της προηγούμενης χρονιάς [Είχε τίτλο “Απολογισμός μιας χρονιάς (ή: Το γεώργιον)” και, για όσους θα ήθελαν να τη θυμηθούν, για να μη δυσκολευτούν στο ψάξιμο, μπορούν να την βρουν εδώ: http://seagullstefanos.blogspot.com/2008/01/blog-post_04.html]


Λοιπόν… Καλή μου νέα blogo-χρονιά!...

…Κι ευχαριστώ εκ των προτέρων για τις ευχές σας [χμ… κι αναμένω, πάλι, τα σχόλιά σας!... :-)]

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

Με αφορμή την χρηματοοικονομική κρίση

Τώρα… τώρα που το ζούμε… τώρα που το βιώνει τραγικά (;!...) όλος ο κόσμος, με τρόμο, πανικό κι απόγνωση… Τώρα είναι πια η ώρα να θυμηθούμε όλοι πως κάποιες φωνές, αδύναμες φωνές, πολύ πριν φθάσουμε σ’ αυτή την κατρακύλα, μας είχαν προειδοποιήσει. Και αν μπορούμε να σκεφθούμε ψύχραιμα και νηφάλια […τι ζητώ κι εγώ σε τέτοιες περιόδους τόσο έντονης οικονομικής κρίσης!... ψυχραιμία και νηφαλιότητα!... αν είναι δυνατόν!...], θα παραδεχθούμε ότι ήταν και δικό μας (όλων μας!...) το φταίξιμο για όσα βιώνουμε τώρα…

Μας μιλούσαν, λοιπόν, παλιότερα, κάποιοι, για υπερβολές [και δεν ήταν διόλου υπερ-βολικοί στα όσα έλεγαν, όπως πιστεύαμε, τότε, εμείς οι υπερ-βολεμένοι….], έκαναν λόγο για “οικονομικούς γίγαντες” και οικονομίες γενικότερα “με γυάλινα πόδια”. Μας συμβούλευαν να περιορίσουμε, να συγκρατήσουμε τα πληθωριστικά φαινόμενα της απληστίας μας… Πού ν’ ακούσουμε εμείς, τότε!... Μεθυσμένοι απ’ τα υπερ-κέρδη, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως ήταν “μπόμπα” – νοθευμένο το νέκταρ της επιτυχίας και της οικονομικής ευμάρειας που πίναμε αχόρταγα…

“Στερνή μου γνώση, να σ’ είχα πρώτα”….


Και τώρα τι;.. Και τώρα πώς;… Πώς σταματάει ετούτος ο κατήφορος; Πού είναι, άραγε, “ο πάτος του βαρελιού”;… Κανείς δεν (φαίνεται να) ξέρει… Οι δείκτες κατρακυλούν… τι λέω… κατακρημνίζονται… βουλιάζουν… Μαζί κατρακυλά και η “ευμάρειά” μας [που την ταυτίσαμε με τον όρο “ευτυχία”…], άνθρωποι πηδούν, απελπισμένοι, απ’ τα παράθυρα, δίνοντας τέλος στη ζωή τους [:σ’ αυτό που επέλεξαν να ονοματίσουν ως “ζωή” τους…], βουλιάζουν τα αισθήματά μας κι οι ελπίδες μας…

“Και τώρα τι; Και τώρα πως;…”. Ετούτα (και άλλα αντίστοιχα παρόμοια) ερωτήματα φαίνεται να μας απασχολούν (μονάχα αυτά!) ετούτον τον καιρό, να “τριβελίζουν” το μυαλό μας. Κι αυτή μας η μονότονα επίμονη ενασχόληση, φαίνεται πως μας απομακρύνει από κάθε άλλου είδους σκέψη… φαίνεται πως μας κάνει να ξεχνάμε ακόμη και πως δεν έχουμε μόνο μυαλό (για τέτοια…), μα και καρδιά… κι αυτό που αποκαλούμε “πνεύμα”…


Κάποιες φωνές μας το θυμίζουν… [Όσο τους δίνεται η δυνατότητα να το κάνουν… μέσα στον ορυμαγδό της εποχής μας… και δη των ημερών μας… Όσο μπορούμε κι εμείς να στήσουμε αυτί, να τους αφουγκραστούμε…] Δεν είναι ετούτες οι φωνές κάποιων “μουρτζούφληδων”, “κακορίζικων” και αιώνια “κινδυνολόγων”… [Εγώ τουλάχιστον, ετούτη τη στιγμή, δεν σας μιλώ και δεν αναφέρομαι σ’ εκείνους…] Ούτε είναι απαραίτητα φωνές κάποιων ηγετών, ταγών ή διανοουμένων… Είναι φωνές αυτών που νιώθουν και είναι στη ζωή του “φιλόσοφοι”. Όχι απαραίτητα καθηγητές πανεπιστημίων ή έστω “σπουδαγμένοι”. Σ’ αυτά που λένε, σ’ αυτά που σκέπτονται, συχνά ταυτίζονται μ’ αυτούς κι οι πιο αγράμματοι, άνθρωποι απλοί, μ’ αυτό που λένε “φιλοσοφημένοι”…

…Αυτούς προσπαθώ ν’ αφουγκραστώ, λοιπόν, κι αυτοί μου δίνουν την απάντηση. Πως… Ναι, το δίχως άλλο, “έχει και άλλο πάτο, παρακάτω, το βαρέλι”… Όχι όμως απαραίτητα ετούτο το “βαρέλι” που κοντόφθαλμα θωρούμε…

Το θέμα, λένε, δεν εντοπίζεται ακριβώς εκεί που νομίζουμε ότι πρέπει να το εστιάσουμε. Το θέμα μάλλον εντοπίζεται, εάν το δούμε πιο βαθειά, σ’ εκείνα που αναγορεύσαμε, εμείς οι άνθρωποι οι σύγχρονοι, οι πολιτισμένοι, ως αξίες…

[Μεγάλο θέμα… Μεγάλη κουβέντα… Από πού ν’ αρχίσεις και που να τελειώσεις…]


Η οικονομική –χρηματιστηριακή και, ίσως, κάθε άλλου είδους κρίση, είναι κατά βάση και προεχόντως, κρίση αξιών, αρχών, ιδανικών και προτεραιοτήτων…


“Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος” έλεγαν οι αρχαίοι…

…Κι ο αντίλαλός του στη σύγχρονη (ιδίως!) εποχή:

“Πάντων ανθρώπων μέτρο χρήμα”

Λες κι οι ανθρώπινες γενιές, παίζουν, στο πέρασμα των αιώνων, το “σπασμένο τηλέφωνο”… Και μεταδίδεται, έτσι, το μήνυμα τραγικά αλλοιωμένο, παραποιημένο!...

[… “Της γειτονιάς μας ο τρελός, όλα ανάποδα τα βλέπει…” θυμήθηκα τώρα πως τραγουδά ο τροβαδούρος…]


Σταθήκαμε, άραγε, ποτέ, σ’ ετούτη την παραφροσύνη που ζούμε, “σ’ αυτή την τρέλα που μας δέρνει” μήπως απομονωθήκαμε να στοχαστούμε, τι, άραγε, σημαίνει η λέξη “χρήμα”; Διαλογιστήκαμε ή συζητήσαμε με τον φίλο ή τον γνωστό ή τον συνάνθρωπό μας, από πού προέρχεται, ετυμολογικά, αυτή η λέξη; Σχετίζεται με τις λέξεις “χρήση”, “χρησιμοποιώ”… ή μήπως κάνω λάθος;

Και τότε, όμως, τι σχέση μπορεί να έχει με την φρενίτιδα του να συσσωρεύουμε το χρήμα… και όχι αυτό μονάχα, μα και να το κάνουμε να δείχνει περισσότερο κι απ’ όσο είναι, με διάφορα λογιστικά τερτίπια, που απεικονίζουν νούμερα, αριθμούς… δισεκατομμύρια και τρισεκατομμύρια… δολάρια, ευρώ και γιεν και ρούβλια… σε μια τεράστια φούσκα που κάποτε θα σκάσει (“στα μούτρα μας”!...) σε πολλά πολλά πολλά μηδενικά;!...

Ο καθένας ας δώσει την απάντηση που νομίζει…

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Μήπως… να μιλάμε λιγότερο και ν’ ακούμε περισσότερο;


Εδώ και χρόνια έχω συνειδητοποιήσει ότι ειδικά εμείς οι Έλληνες έχουμε μια “μανία” να μιλάμε πολύ. Πάρα πολύ! Ίσως γιατί έχουμε παρερμηνεύσει αυτό που ακούσαμε κάποτε, στο σχολείο, πως δηλαδή “εδώ γεννήθηκε ο Λόγος”. Μόνο που αυτός ο Λόγος είναι η λογική. [Και ο οποίος Λόγος, παρεμπιπτόντως, αρκετά συχνά φαίνεται να “έχει πάρει διαζύγιο” από τα λόγια μας, αλλά και τη σκέψη μας και τη ζωή μας…]
Το να θέλει κάποιος να μιλάει το κατανοώ, το ασπάζομαι και το επικροτώ. Μόνο τα ά-λογα ζώα δν έχουν λόγο, καθώς και τα νήπια (εκ του νη+έπος…) Σε τελική ανάλυση είναι και ψυχολογική ανάγκη του κάθε ανθρώπου η ανάγκη του να εκφραστεί, να διατυπώσει τις σκέψεις του, τις ιδέες του, τα διανοήματά του, τις επιθυμίες του, τα όνειρά του, τα συναισθήματά του…
Το να θέλει κάποιος “να έχει λόγο” επίσης το κατανοώ, το ασπάζομαι και το επικροτώ. Υπό την προϋπόθεση, βεβαίως, ότι θα είναι έλ-λογος λόγος, δηλαδή προϊόν σκέψης συγκροτημένης (βάσει λογικών – νοητικών κανόνων) και αποτέλεσμα επεξεργασίας βάσιμων δεδομένων και ενδελεχούς αναζήτησής τους και διαλογής τους (ώστε να απορριφθούν τα αβάσιμα και τα ανούσια…). Το “να έχουμε λόγο”, δηλαδή άποψη, είναι σημαντικό. Μόνο, όμως, αν πρόκειται για λόγο αυθύπάρκτο, αυθεντικό, και όχι να παπαγαλίζουμε, να γινόμαστε (ενδεχομένως άθελά μας ή χωρίς να το συνειδητοποιούμε) τα φερέφωνα άλλων, επαναλαμβάνοντας “τσιτάτα” άλλων και νομίζοντας, έτσι, πως έχουμε συγκροτημένο λόγο. [Ξεστράτισα, όμως!...]

Αν, λοιπόν, “έχουμε λόγο” και αιτία να πούμε κάτι, κάτι ουσιαστικό, εποικοδομητικό, διαφορετικό, πρωτότυπο κ.λπ., τότε ναι, και βέβαια να πάρουμε τον λόγο. Τον δικαιούμαστε και μας αξίζει!
Αλλά όχι μόλις πάρουμε τον λόγο, ύστερα… να ξεχνάμε να τον αφήσουμε και σε άλλους… Άλλωστε “τα πολλά λόγια είναι φτώχεια”, “η φλυαρία αποδεικνύει κουφότητα και κενότητα”, ενώ “το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν”… [Υπάρχει και μια άλλη ελληνική παροιμία, ακόμη πιο προχωρημένη και σπουδαία: “Τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι”!... Αλλά για την σπουδαιότητα της… σιωπής θα μιλήσω κάποια άλλη φορά. Ή, ίσως, ακόμα καλύτερα, θα… σιωπήσω!...]
Εμείς οι Έλληνες ιδίως, θαρρώ πως έχουμε παρερμηνεύσει και κάτι ακόμα [Και να ήταν αυτά τα μόνα; Έχουμε παρερμηνεύσει, πιστεύω, συνειδητά ή αθέλητα, ένα σωρό όρους και λέξεις, που κάποια στιγμή θα πρέπει να συντάξω λεξικό!...]: Τον διάλογο. Συχνότατα οι διάλογοί μας είναι απλά και μόνο αντίθετοι μονόλογοι, διασταυρούμενα (ή ίσως ούτε καν διασταυρούμενα!...) πυρά, συνεπώς παντελώς ανούσιοι. Καθένας “έχει κατά νου” να πει “αυτά που έχει κατά νου”, ενδιαφέρεται απλά και μόνο να εκθέσει τις απόψεις του ή να επιδείξει τις γνώσεις τους ή να υπερισχύσει (συνήθως με τη δυνατότερη φωνή ή με τη φλύαρη και κουραστική επανάληψη) του άλλου. Ως εκεί!

Παρένθεση [χμ… μακάρι να ήταν παρένθεση, δηλαδή εξαίρεση, και όχι ο κανόνας…]: Συχνά έχω φιλοξενήσει και ακόμα φιλοξενώ ξένους, από πολλές και διαφορετικές χώρες της γης. Οι οποίοι, όταν βλέπουν στην τηλεόρασή μας τα διάφορα “talk shows’ [που συνήθως γίνονται shows και δεν έχουν καθόλου talk, διότι αν είχαν talk προφανώς δεν θα ήταν shows….], παθαίνουν πολιτιστικό σοκ. Στην αρχή και για ένα χρονικό διάστημα μένουν άφωνοι και ύστερα γελούν (με το χάλι μας…) ή αγανακτούν. Και δικαιολογημένα, πιστεύω. Διότι αυτή μας η συμπεριφορά, αυτός μας ο τρόπος, προφανώς δεν μπορεί να είναι η σύγχρονη εξέλιξη της αρχαιοελληνικής Πνύκας, αλλά μιμητική μεταφορά ή κακόγουστη μετάλλαξη της εβραϊκής Χάβρας!...
Επειδή “αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψη” [πολλές φορές το επαναλαμβάνω αυτό στα γραπτά μου, γιατί είναι από τα αγαπημένα μου…], ας κάνουμε αυτή την… “επίσκεψη” στις εξής δύο καίριες λέξεις: Διά-λογος και Συ-ζήτηση. Δεν θέλει θα και πολλή σοφία για να τις καταλάβουμε. Έτσι δεν είναι; “Συ-ζητώ” σημαίνει ζητώ – αναζητώ κάτι, δηλαδή την αλήθεια, μαζί με κάποιον άλλον. Μαζί, όμως, όχι μόνος μου. Αν (νομίζω ότι) μπορώ ή αν θέλω να βρω κάτι μόνος μου, αν νιώθω πως δεν έχω ανάγκη (σ)την συ-ζήτηση με κάποιον, δεν υπάρχει λόγος (δηλαδή αιτία) να αρχίζω μαζί του ένα διά-λογο. Διότι τότε είναι βέβαιοι πως δεν θα πρόκειται για διά-λογο, όπως προείπαμε…

“Μας αρέσει ο ζωντανός διάλογος” λένε (με καμάρι!) διάφοροι τηλεπαρουσιαστές. Και εννοούν και αναφέρονται σε μια κατάσταση (διάβαζε: ακαταστασία!...) που ο καθένας μπορεί ν’ αρχίσει να μιλά οποτεδήποτε, να διακόψει (ή να μιλά παράλληλα, ώστε να μην ακούγεται και να μην γίνεται πλέον αντιληπτός κανείς) όποιον είχε τον λόγο. [“Επίπεδο – δάπεδο”, δηλαδή, και αποτέλεσμα – συμπέρασμα αυτού του είδους του… “διαλόγου”, “μηδέν εις το πηλίκον”…]
Εντάξει, φίλε μου, μίλησες! Κουτσά – στραβά, κατανοητά ή όχι, με ευφράδεις ή με δυσκολία, διατύπωσες την όποια άποψή σου, καθ’ όλα σεβαστή (ακόμα κι αν διαφωνώ, ίσως), ορθή ή εσφαλμένη. Και τώρα σιώπησε! Για λίγο. Έστω για λίγο! Σιώπησε και άκουσε! Δεν σε ενδιαφέρει ν’ ακούσεις τις απόψεις των άλλων; Ή σε ενδιαφέρει να μην ακουστούν οι απόψεις των άλλων; Μήπως σε ενοχλεί ακόμα και να τις ακούσεις; Ή μήπως φοβάσαι και σε τρομάζει αυτή η διαφορετική άποψη; Μήπως δεν έχεις εμπιστοσύνη στις απόψεις και στις ιδέες σου και γι’ αυτό δεν θέλεις καν να ακουστούν οι αντίθετες; Γι’ αυτό παίρνεις φόρα και ξαναεπιτίθεσαι, συνήθως ωρυόμενος, πριν προλάβει ο άλλος “να ολοκληρώσει” [από τις πιο κωμικοτραγικές εκφράσεις της σύγχρονης ελληνικής τηλεόρασης: “να ολοκληρώσω”…] Εκτός πια κι αν αυτοηδονίζεσαι ν’ ακούς τη φωνή σου… και μόνο τη φωνή σου… τις απόψεις σου… και μόνο τις απόψεις σου… [Κι έχεις χτίσει μέσα στ’ αυτιά σου τοίχους… και στο μυαλό σου, πάλι, τοίχους… να περιχαρακώνουν τις απόψεις σου…]

“Άκουσέ με, σε παρακαλώ, σταμάτα κι άκουσέ με!” έχω ακούσει κατ’ επανάληψη σε τέτοιου είδους “συζητήσεις” στην τηλεόραση. [Για το “σε παρακαλώ” δεν είμαι απόλυτα σίγουρος ότι το ακούω… αλλά τέλος πάντων!...]
“Άκουσέ με, σε παρακαλώ, σταμάτα κι άκουσέ με!” έχω ακούσει συχνά και σε καθημερινές διαπροσωπικές συζητήσεις μεταξύ ζευγαριών, φίλων, γνωστών ή και αγνώστων. Ή συχνά και το αντίστοιχο “Κατάλαβέ με, σε παρακαλώ, κατάλαβέ με, νιώσε με!”… [Ακόμα κι όταν δεν χρησιμοποιείται αυτή η συγκεκριμένη φράση, συνήθως αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της όποιας φράσης χρησιμοποιείται σε τέτοιες περιπτώσεις…]
Πόσο πολύ και πόσο συχνά με έχει απασχολήσει και προβληματίσει αυτή η παράκληση!... Το έχουμε νιώσει, νομίζω, όλοι μας αυτό το συναίσθημα, αυτή την ανάγκη, κάποιες φορές της ζωής μας: Την ανάγκη να μας ακούσει ο άλλος πραγματικά [και όχι συγκαταβατικά, ως ένδειξη ευγένειας], να στήσει “ευήκοον ους”, να ακούσει όχι τα λόγια μας αλλά ν’ αφουγκραστεί την ψυχή μας, να προσπαθήσει “να μπει στα παπούτσια μας”, “να μας καταλάβει πραγματικά”, να “νιώσει τον πόνο μας ή την ανάγκη μας ή τα αισθήματά μας”Κι όμως, ενώ εμείς οι ίδιοι (όλοι μας!) “το έχουμε ζήσει στο πετσί μας”, το έχουμε βιώσει, όταν βρεθούμε στην απέναντι πλευρά, όταν δηλαδή μας το λέει ο άλλος, ο διπλανός μας, ο γνωστός μας, ο φίλος μας, ο συγγενής μας, ο άνθρωπός μας, τότε… πόσο πρόθυμοι είμαστε να τον “ακούσουμε”;… Συνήθως, φοβάμαι, είτε “σφυρίζουμε αδιάφορα”, είτε είμαστε πολύ φορτωμένοι, απασχολημένοι και “απορροφημένοι στα δικά μας”, “στον κόσμο μας” [και στον εγωισμό μας!...] και δεν ακούμε…
“Μονολογούμε, μονολογούμε, τον ξένο πόνο δεν τον ακούμε… μιλάμε έτσι, για να μιλούμε…” τραγουδάει ο τραγουδοποιός…
Κι όμως! Αν σιωπούσαμε!... Αν ακούγαμε τους άλλους περισσότερο, πόσο πιο πλούσιοι (διανοητικά, συναισθηματικά, ψυχικά), πόσο πιο σοφοί και πόσο ωφελημένοι δεν θα βγαίναμε ΚΑΙ εμείς από αυτό, παντοιοτρόπως!...